Ο Μπράνα - Πουαρό και, αριστερά, η Αγκαθα Κρίστι: σε τι βαθμό πρέπει να κριθούν ως ρατσιστικά και ξενοφοβικά τα βιβλία της; | CreativeProtagon
Θέματα

Το «Εγκλημα στον Νείλο» και ο ρατσισμός της Αγκαθα Κρίστι

Στην ταινία, που προβάλλεται εσχάτως, ο σκηνοθέτης (και εκ των πρωταγωνιστών) Κένεθ Μπράνα έχει προσπαθήσει να απαλύνει τα στοιχεία ρατσισμού και ξενοφοβίας του βιβλίου. Η κριτική πάντως που ασκείται στην βρετανίδα συγγραφέα παραβλέπει ότι τα μυθιστορήματά της αντανακλούν το κλίμα της εποχής της
Κική Τριανταφύλλη

Ανάμεσα σε όλα τα καυτά πνευματικά δικαιώματα, που κατέχει το σύγχρονο Χόλιγουντ, από τους υπερήρωες της Marvel μέχρι τα παιχνίδια της Mattel, αναμφίβολα ξεχωριστή θέση έχει το κερδοφόρο δυναμικό της βρετανίδας βασίλισσας του αστυνομικού μυθιστορήματος Άγκαθα Κρίστι.

Το 2017, το «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές», η κινηματογραφική μεταφορά ενός από τα πιο διάσημα μυθιστορήματά της από τον Κένεθ Μπράνα, ο οποίος πρωταγωνιστεί επίσης ως Ηρακλής Πουαρό, είχε τεράστια επιτυχία στο box office. Η ταινία με προϋπολογισμό 55 εκατ. δολαρίων, απέφερε έσοδα περισσότερα από 350 εκατ. δολάρια παγκοσμίως.

Ο Κένεθ Μπράνα επιστρέφει στον ρόλο του εμβληματικού βέλγου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό αλλά και σκηνοθετεί το «Εγκλημα στον Νείλο» (20thcenturystudios)

Πέντε χρόνια αργότερα, και μετά από πολλές καθυστερήσεις εξαιτίας της πανδημίας, άρχισε να προβάλλεται στους κινηματογράφους άλλη μια ιστορία του βέλγου ντετέκτιβ. Το «Εγκλημα στον Νείλο», με τους  Τομ Μπέιτμαν, Ανέτ Μπένινγκ, Ράσελ Μπραντ, Γκαλ Γκαντότ και  Κένεθ Μπράνα, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, προσφέρει κατ’ αρχάς την  ευκαιρία στο κοινό να δει λαμπερούς σταρ να χορεύουν βαλς σε εντυπωσιακά μέρη στο πλαίσιο μιας συναρπαστικής πλοκής…

Ωστόσο, η μεταφορά των έργων της Κρίστι σε ταινίες μαζικής ψυχαγωγίας του 21ου αιώνα δεν είναι απλή υπόθεση: γραμμένα στα μέσα του 20ού αιώνα, τα αστυνομικά της μυθιστορήματα αντικατοπτρίζουν ορισμένες δυσάρεστες συμπεριφορές, ιδίως όσον αφορά τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και την αποικιοκρατία, γράφει ο Ντέιβιντ Τζεσουντάσον στο BBC. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι: πώς μεταφράζει κανείς και πώς μεταφέρει –ή όχι– την Αγκαθα Κρίστι στη σύγχρονη εποχή;

Στο «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές» ο Μπράνα προσπάθησε ιδιαίτερα να ενημερώσει το αρχικό υλικό, τόσο μέσω της επιλογής των ηθοποιών (casting) όσο και της ουσίας του σεναρίου. Η ταινία ξεκινάει με έναν μαύρο αστυνομικό, τον οποίο υποδύεται ο Πάπα Εσιέντου, ενώ μεταξύ των καλεσμένων, που απολαμβάνουν την πολυτέλεια του διάσημου τρένου, είναι ο δρ Αρμπουθνοτ (Λέσλι Οντομ Τζούνιορ), αφροαμερικανός γιατρός και πρώην ελεύθερος σκοπευτής του στρατού, ρόλος που προέκυψε από την συγχώνευση δύο χαρακτήρων του μυθιστορήματος, ενός άγγλου συνταγματάρχη και ενός έλληνα γιατρού. Επίσης ο Μανουέλ Γκαρσία-Ρούλφο υποδύεται τον Μπινιαμίνο Μάρκες, κουβανοαμερικανό πωλητή αυτοκινήτων, και πάλι μια ιδέα του Μπράνα, προσαρμοσμένη από τον χαρακτήρα του Ιταλού Αντόνιο Φοσκαρέλι.

Από μια άποψη, αυτές οι τροποποιήσεις μπορεί να φαίνονται μικρές, ήταν όμως σημαντικές σε επίπεδο συμβολισμών. Ταυτόχρονα, η ταινία τις χρησιμοποιεί για να αντιμετωπίσει άμεσα τα θέματα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Για παράδειγμα, ο Δρ Αρμπουθνοτ υφίσταται ρατσιστικά σχόλια από έναν συνεπιβάτη, ενώ εμπλέκεται ερωτικά με τη Μέρι Ντέμπεναμ, τη λευκή γκουβερνάντα της Ντέιζι Ρίντλεϊ, και ο Πουαρό σχολιάζει ότι αυτή η σχέση θα τους κάνει τη ζωή δύσκολη λόγω των ρατσιστικών ηθών της εποχής. Σε άλλο σημείο, ο Εκτορ ΜακΚουίν (Τζος Γκαντ) λέει στον Πουαρό ότι δεν είναι ρατσιστής, αλλά ότι δεν εμπιστεύεται τους Κουβανούς, ενώ ένας άλλος χαρακτήρας, ο Γκέρχαρντ Χάρντμαν ( Γουίλεμ Νταφόε), είναι φανερά υπέρμαχος της λευκής υπεροχής, και ασπάζεται τις ακροδεξιές απόψεις, που ήταν συνηθισμένες τη δεκαετία του 1930, όταν γράφτηκε και διαδραματιζόταν το βιβλίο.

Στο «Εγκλημα στον Νείλο», ο Κένεθ Μπράνα συγκέντρωσε ένα ακόμη πιο περιεκτικό καστ από ό,τι απαιτούσε τυπικά η προσαρμογή του έργου της Κρίστι. Η ταινία ανοίγει με ένα flashback στην εποχή, που ο Πουαρό ήταν νεαρός στρατιώτης στα βελγικά χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου κυριαρχούσαν οι μαύροι στρατιώτες. Η παρουσία τους αποτίει φόρο τιμής στους χιλιάδες Κονγκολέζους, που πολέμησαν για το Βέλγιο και είναι μια σπάνια κινηματογραφική απεικόνιση του πώς οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βασίστηκαν στις αποικίες τους για τους πολέμους τους.

Στη συνέχεια, καθώς ξεκινά το κύριο μέρος της ιστορίας, στο καστ των ταξιδιωτών  -και ύποπτων για φόνους ταυτόχρονα-, που κάνουν μια πολυτελή κρουαζιέρα στον Νείλο, περιλαμβάνει τις μαύρες βρετανίδες ηθοποιούς Σόφι Οκονέντο και Λετίσια Ράιτ, που παίζουν τη Σαλώμη Οτερμπουρν και την ανιψιά της Ρόζαλι, αντίστοιχα. Στο μυθιστόρημα, οι Οτερμπουρν είναι λευκές Βρετανίδες, μητέρα και κόρη, αλλά η ταινία τις κάνει αφροαμερικανίδες μουσικούς της μπλουζ, ενώ επίσης τροποποιεί την οικογενειακή τους σχέση. Υπάρχει ακόμη ένας νέος χαρακτήρας, ο δικηγόρος Αντριου Κατσαντούριαν, τον οποίο υποδύεται ο Ινδός ηθοποιός Αλι Φάζαλ και έχει προσαρμοστεί από έναν άλλο χαρακτήρα του μυθιστορήματος, τον Αντριου Πένινγκτον: η καταγωγή του δεν αναφέρεται ποτέ, αλλά ο θεατής βασισμένος στην άψογη βρετανική προφορά του, υποθέτει ότι είναι έγχρωμος Βρετανός της ανώτερης τάξης. Τέλος, η πιο δημοφιλής πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η ισραηλινή ηθοποιός Γκαλ Γκαντότ, Εβραία Ασκενάζι, η οποία παίζει την αμερικανίδα κληρονόμο Λίνετ Ρίτζγουεϊ-Ντόιλ.

Το «Εγκλημα στον Νείλο», επισημαίνει ο Ντέιβιντ Τζεσουντάσον στο άρθρο του στο BBC, αντιμετωπίζει τα φυλετικά ζητήματα λιγότερο έντονα από ό,τι το «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές»: ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο καταστρέφεται η ρομαντική σχέση μεταξύ του Μπουκ (Τομ Μπέιτμαν) και της Ρόζαλι Οτερμπουρν (Λετίσια Ράιτ) από την αποδοκιμασία της σνομπ μητέρας του, η οποία όμως δεν προβάλλει ποτέ τη φυλετική καταγωγή ανάμεσα στις αντιρρήσεις της.

Προς το τέλος, ωστόσο, αποκαλύπτονται οι ρατσιστικές εμπειρίες που είχαν βιώσει οι Οτερμπουρν. Οταν η Ρόζαλι ήταν παιδί, το πρώτο θύμα τής είχε πει, ότι «δεν θα μοιραζόταν ποτέ την πισίνα με μια έγχρωμη». Θεία και ανιψιά περιγράφουν την προκατάληψη σε μια σπαρακτική στιγμή, σαν μια υπενθύμιση του γεγονότος ότι οι έγχρωμοι εκείνη την εποχή αναμενόταν να συγχωρούν τους λευκούς για τις προκαταλήψεις τους. Ο Πουαρό φυσικά το εκμεταλλεύεται αυτό ως πιθανό κίνητρο για φόνο, αλλά η Σαλώμη ειρωνεύεται ότι «ο κόσμος είναι γεμάτος με κακές λευκές κυρίες». Η προκατάληψη σηκώνει επίσης το κεφάλι της όταν ο έγχρωμος Κατσαντούριαν κατηγορείται για φόνο.  Και σε αυτή την ταινία, ο ρατσισμός φαίνεται να είναι απλώς μέρος του σκοτεινού υπογάστριου της ευγενικής κοινωνίας.

Κρίνοντας τα βιβλία

Με αυτές τις προσθήκες και τις αλλαγές, οι δύο νέες ταινίες απαλύνουν τα πρωτότυπα μυθιστορήματα και τη στάση τους σε σχέση με τον φυλετικό ρατσισμό. Τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι εξακολουθούν να πωλούν κάθε χρόνο εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, ωστόσο το ερώτημα παραμένει: σε τι βαθμό πρέπει να κριθούν ως ρατσιστικά και ξενοφοβικά; Σε τελική ανάλυση, είναι μια συγγραφέας η οποία στον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα αστυνομικά της μυθιστορήματα έβαλε την «απαγορευμένη», πλέον,  λέξη «Νέγρος».  (Πρόκειται για τους «Δέκα Μικρούς Νέγρους», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1939. Εναν χρόνο αργότερα εκδόθηκε στις ΗΠΑ με τον τίτλο «And Then There Were None», τον οποίο υιοθέτησε και ο βρετανικός εκδοτικός οίκος το 1985. Στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο «Και δεν έμεινε κανένας». Ολα τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι επανακυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.)

Η Σαμ Νάιντου, καθηγήτρια λογοτεχνικών σπουδών στα Αγγλικά, στο Πανεπιστήμιο Rhodes της Νότιας Αφρικής και ειδική σε θέματα φυλετικά και εθνικότητας στο αστυνομικό μυθιστόρημα, πιστεύει ότι τα έργα της Κρίστι κανονικοποιούν σίγουρα τη φυλετική προκατάληψη, σε δύο μέτωπα. Πρώτον, σπάνια παρουσιάζουν ισχυρούς έγχρωμους χαρακτήρες – αντ’ αυτού διαδίδουν την «κυριαρχία των λευκών, την οποία ενισχύουν οι ομοιογενείς, μονοπολιτισμικές κάστες τους και η αποφασιστική διατήρηση του status quo». Και, δεύτερον, διότι υιοθετούν μια γενικά ρατσιστική και ξενοφοβική στάση απέναντι σε εκείνους που θεωρούνται «ξένοι» από τη βρετανική λευκή ηγεμονία.

«Είτε πρόκειται για τον Πουαρό που είναι Βέλγος, είτε για Αμερικανούς, Εβραίους ή άλλους χαρακτήρες της Μέσης Ανατολής, εμφανίζονται ως εξαιρέσεις στον κανόνα, συχνά με ανεπιθύμητα ή ύποπτα χαρακτηριστικά», λέει στο BBC η νοτιοαφρικανή καθηγήτρια. «Επομένως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία εκδηλώνονται στο έργο της Κρίστι με τη μορφή είτε μελετημένης διαγραφής /απουσίας είτε επανεγγραφής ορισμένων εξευτελιστικών στερεοτύπων».

Κατά κανόνα, στο πρωτότυπο έργο της Κρίστι οι χαρακτήρες των Βρετανών στο σύνολό τους δεν εμπιστεύονται τους Αμερικανούς, που μπορεί να απεικονίζονται και ως αντιπαθητικοί. Για παράδειγμα στο «Εγκλημα στον Νείλο» η πλούσια κοσμική Μαρί Βαν Σκάιλερ έχει την «έκφραση ερπετικής περιφρόνησης για την πλειοψηφία της ανθρωπότητας».  Μια άλλη ομάδα ανθρώπων, που συχνά αντιμετωπίζονται με χλευασμό στο έργο της, είναι οι Ιταλοί:  στο «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές» θεωρούνται στερεοτυπικά «θερμοκέφαλοι» και «ψεύτες», ανίκανοι να είναι πανούργοι δολοφόνοι.

Αλλά αυτές οι ξενοφοβικές καρικατούρες δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τον τρόπο που αναπαριστά τη Μέση Ανατολή στα βιβλία της η Κρίστι· οι ντόπιοι συχνά απεικονίζονται με τους πιο απάνθρωπους όρους, όπως στο «Εγκλημα στον Νείλο», όπου η συγγραφέας περιγράφει μια ομάδα εμπόρων ως «ανθρώπινο σύμπλεγμα από μύγες». Ο αντισημιτισμός είναι εξίσου διαδεδομένος στα βιβλία της από το πρώτο της μυθιστόρημα το 1916: στη «Μυστηριώδη υπόθεση στο Στάιλς», ο  χαρακτήρας του δρ Μπάουερσταϊν θεωρείται ύποπτος, επειδή είναι Εβραίος.

Και ο Πουαρό, αν και υποφέρει από την ξενοφοβία εξαιτίας της βελγικής του ιθαγένειας -συνήθως δέχεται προσβολές από υπόπτους, που έχουν κάτι να κρύψουν- κάνει και ο ίδιος προσβλητικά σχόλια, ακόμη και αντισημιτικά: στο «Μυστήριο του Μπλε Τρένου» (1928), για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι οι Εβραίοι είναι μια φυλή ανθρώπων που δεν ξεχνούν ποτέ το παρελθόν.

Ο Πουαρό ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο ποταμόπλοιο SSKarnak. H παραγωγή χρειάστηκε 30 εβδομάδες για να κατασκευάσει μια ακριβή ρέπλικα του πολυτελούς σκάφους.

Ο τρόπος, εξάλλου, που παρουσιάζει η Κρίστι τους μαύρους  χαρακτήρες συχνά είναι πολύ προσβλητικός: στο μυθιστόρημα με τη Μις Μαρπλ «Μυστήριο στην Καραϊβική» παρουσιάζει τους ντόπιους να σκαρφαλώνουν σε κοκοφοίνικες, να τρώνε καρύδες για πρωινό, και μετά να κοιμούνται στον ήλιο όλη μέρα.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, υπάρχει η άποψη ότι το να κρίνουμε το έργο της Κρίστι, που γράφτηκε πριν από έναν αιώνα, κυρίως από αυτά τα προσβλητικά στοιχεία, θα σήμαινε ότι παραβλέπουμε κάποια από τα προοδευτικά χαρακτηριστικά της, σημειώνει ο Ντέιβιντ Τζεσουντάσον στο BBC.

Η Αγκαθα Κρίστι επιδεικνύει, αναμφισβήτητα, μια έμφυτη πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα είναι ικανή για καλό και για κακό, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή την κοινωνική θέση του καθενός. Τα βιβλία της απεικονίζουν συχνά με κριτική ματιά την πραγματικότητα του φανατισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, περιγράφοντας ξεκάθαρα τη δυσαρέσκεια ορισμένων προνομιούχων χαρακτήρων και τις συμπεριφορές τους. Επίσης ήταν πολυταξιδεμένη. Η Κρίστι ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο με τον δεύτερο σύζυγό της, αρχαιολόγο Μαξ Μαλάουαν, και το «Εγκλημα στον Νείλο» βασίστηκε στους επιβάτες που συνάντησε στην Αίγυπτο.

Οι σαφείς, αν και στερεοτυπικές, αναφορές στον ρατσισμό στην ταινία του Κένεθ Μπράνα δεν είναι καθόλου παρατραβηγμένες, δεδομένης της μεγάλης αντίθεσης που περιγράφει το μυθιστόρημα ανάμεσα στην πολυτέλεια των δυτικών τουριστών και την αιγυπτιακή φτώχεια: δείχνει πώς οι έμποροι πουλάνε μπιχλιμπίδια και οι περισσότεροι χαρακτήρες τούς θεωρούν απατεώνες. (Το μυθιστόρημα, ωστόσο, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα, τον κύριο Φέργκιουσον, ο οποίος υπερασπίζεται τους Αιγύπτιους, αλλά οι απόψεις του απορρίπτονται από τους άλλους επειδή είναι φανερά κομμουνιστής).

Είναι σημαντικό, εξάλλου, να μην διαγράφουμε απλώς τη σκοτεινή ιστορία του ρατσισμού. Υπ’ αυτή την έννοια, τα μυθιστορήματα της Κρίστι είναι σημαντικά πολιτισμικά ντοκουμέντα μιας εποχής όπου οι λευκοί Βρετανοί χρησιμοποιούσαν όρους όπως  «ιθαγενείς» ή περιέγραφαν χαλαρά τους Ιρακινούς λέγοντας ότι έχουν  «πολύ σκούρο, ένα βρώμικο σκούρο κίτρινο χρώμα», όπως κάνει ένας χαρακτήρας στον «Φόνο στη Μεσοποταμία» (1936).

Αυτή είναι η άποψη της Βίκε Μαρτίνα Πλοκ, καθηγήτριας σύγχρονης λογοτεχνίας και πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Εξετερ στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ειδικές συλλογές του οποίου φυλάσσεται μέρος της επιχειρηματικής αλληλογραφίας της Κρίστι. Η Πλοκ διάβασε τα μυθιστορήματα της (ήταν της μητέρας της) όταν ήταν έφηβη στη Δυτική Γερμανία, αλλά ανακάλυψε τα αμφιλεγόμενα φυλετικά στοιχεία των βιβλίων μόνο όταν μετακόμισε στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά τα 30 της. Είχαν απαλειφθεί στις γερμανόφωνες εκδόσεις· μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δυτική Γερμανία ήταν υπερβολικά επιφυλακτική με τη λογοτεχνία που περιείχε οποιονδήποτε ρατσιστικό ή αντισημιτικό υπαινιγμό.

Ωστόσο, η Πλοκ υποστηρίζει ότι είναι λάθος να λογοκρίνονται τα βιβλία με τέτοιο τρόπο. Πιστεύει ότι, ως επί το πλείστον, η ίδια η Κρίστι δεν ήταν ρατσίστρια, αλλά στα μυθιστορήματά της αντικατόπτριζε τις ρατσιστικές συμπεριφορές που κυριαρχούσαν στην εποχή της και τις άφηνε ανοιχτές στην κριτική. «Πιστεύω ότι τα μυθιστορήματα της Κρίστι επικρίνουν τον ρατσισμό αντί να τον διαιωνίζουν», υποστηρίζει, μιλώντας στο BBC. Και λέει ότι η λογοκρισία έκανε «τα [λογοκριμένα] μυθιστορήματα λιγότερο κοινωνικά κριτικά ως ντοκουμέντα της εποχής τους». Επισημαίνει ακόμη ότι «η δεκαετία του 1930 [όταν η συγγραφική καριέρα της Αγκάθα Κρίστι έφτασε στο απόγειό της] είδε την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, που οδήγησε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ο ρατσισμός και η ξενοφοβία ήταν προφανώς διάχυτοι». Η Πλοκ πιστεύει, ακόμη, ότι αυτή η πτυχή των βιβλίων τούς δίνει και πάλι ιδιαίτερη απήχηση το 2022. «Δεν λέω ότι βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση αυτή τη στιγμή, αλλά τα ακροδεξιά αισθήματα αυξάνονται ξανά», επισημαίνει.

Η Γκαλ Γκαντότ και η Εμα Μακέι ποζάρουν (20thcenturystudios)

Στο «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές» του Μπράνα υπάρχει επίσης το ιστορικό πλαίσιο· η απειλή του ακροδεξιού φανατισμού επιδεικνύεται μέσω του χαρακτήρα του Γκέρχαρντ Χάρντμαν: «Συνδυάζει έξυπνα το παρελθόν με το παρόν», λέει η Πλοκ στο BBC. «Πήραν ένα στοιχείο της δεκαετίας του 1930, υπενθυμίζοντας τη ναζιστική ιδεολογία, αλλά έφεραν και μια σύγχρονη οπτική. Ο χαρακτήρας του Νταφόε υποδύεται τον οπαδό της λευκής υπεροχής, που θα αναγνωρίζαμε σήμερα».

Μάλιστα, η λέξη «υποδύεται» είναι η κατάλληλη, γιατί όπως αποκαλύπτεται, ο Χάρντμαν είναι ντετέκτιβ, που προσποιείται τον υπέρμαχο της λευκής υπεροχής για ερευνητικούς σκοπούς και στη συνέχεια ζητά συγγνώμη για τον ρατσισμό του. Αλλού, οι χαρακτήρες σχολιάζουν τους φυλετικούς νόμους στις ΗΠΑ, τον αυξανόμενο αντισημιτισμό στην Ευρώπη και γενικά τα συναισθήματα ξενοφοβίας εναντίον οποιουδήποτε θεωρείται «διαφορετικός» με τρόπο κρίσιμο. Προκύπτει, όμως, ένα ερώτημα: Μήπως πρόκειται τελικά για μια ταινία, που δείχνει τις γροθιές της όσον αφορά τον ρατσισμό, εγείροντας το θέμα, αλλά στη συνέχεια κάνοντας τους λευκούς χαρακτήρες της να φαίνονται όχι τόσο αυθεντικοί -με δεδομένο τα όσα γνωρίζουμε για την επικράτηση των ρατσιστικών συμπεριφορών τη δεκαετία του 1930-, τους αφήνει στο απυρόβλητο, για χάρη του λευκού κοινού, ίσως;

«Αν και το αποτέλεσμα [αυτών των αλλαγών] μπορεί να είναι η ενημέρωση ή η “ανάκτηση” του αρχικού κειμένου της Κρίστι», λέει η Σαμ Ναϊντού στο BBC, «στην πορεία θυσιάζεται η αληθοφάνεια, και όπως συμβαίνει με τις αφοριστικές δηλώσεις του Πουαρό για τη φύση της δικαιοσύνης, τα σχόλια [των χαρακτήρων] φαίνονται πολύ προφανώς σκηνοθετημένα και κούφια».  Ομοίως, θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι το «Εγκλημα στον Νείλο» αρκείται στο να αναδείξει τον ρατσισμό σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αποφεύγει να δείξει τον φανατισμό σε ένα πιο ενδημικό επίπεδο.