Το 2015, το σχέδιο ιδιωτικοποίησης μπήκε στον πάγο και ο τότε αρμόδιος υπουργός Γιώργος Σταθάκης δεσμεύτηκε για την οικονομική εξυγίανση της εταιρείας, πάντα υπό δημόσιο χαρακτήρα | CreativeProtagon
Θέματα

ΛΑΡΚΟ: Η εταιρεία-φάντασμα με τους 1.200 εργαζομένους

Το σχέδιο του 2014 για την σωτηρία της, κατά το οποίο θα επιτυγχανόταν με δέσμευση της Κομισιόν και η διαγραφή των παράνομων κρατικών ενισχύσεων, πάγωσε μόλις βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Σήμερα, με χρέη που ξεπερνούν το μισό δισ. ευρώ, βρίσκεται μία ανάσα από την υπαγωγή της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία. Μία κρίσιμη πενταετία για την ελληνική βιομηχανία μεταλλευμάτων χάθηκε
Χάρης Καρανίκας

Στις αρχές Νοεμβρίου η απώλεια του 55χρονου υπαλλήλου της ΛΑΡΚΟ -επρόκειτο για το δεύτερο θανατηφόρο συμβάν μέσα σε λίγους μήνες- προκάλεσε σοβαρές καταγγελίες εργαζομένων για προβλήματα στη συντήρηση του εργοστασίου έως ελλείψεις σε μέσα προστασίας.

Τώρα, με τα χρέη της εταιρείας να έχουν φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη, αναμένεται από μέρα σε μέρα η ανακοίνωση για την υπαγωγή της σε καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργία. Το κόστος της ΛΑΡΚΟ στο Δημόσιο και τους πιστωτές της έχει πλέον ξεπεράσει το μισό δισεκατομμύριο ευρώ. Η μερίδα του λέοντος από τα χρέη της -περίπου 340 εκατομμύρια- βαραίνει τη ΔΕΗ, η οποία αντιμετωπίζει και η ίδια πολύ μεγάλα προβλήματα. Το εφέ ντόμινο εάν «πέσει» η ΛΑΡΚΟ δεν αποκλείεται λοιπόν να προκαλέσει «μπλακ άουτ» στη χώρα… Επιπλέον 60 εκατομμύρια χρωστάει σε προμηθευτές και άλλα 50 εκατομμύρια σε τράπεζες.

Όπως αναφέρεται στο site της «η ΛΑΡΚΟ είναι o μεγαλύτερος παραγωγός σιδηρονικελίου στην Ευρώπη και ένας από τους πέντε μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως». Όμως, ο τελευταίος δημοσιευμένος ισολογισμός της πάει χρόνια πίσω, στο 2015, σαν να πρόκειται για μία εταιρεία «φάντασμα», χωρίς ορατά οικονομικά στοιχεία, η οποία κουβαλάει πάνω της 1200 εργαζόμενους.

Η ΛΑΡΚΟ είχε καλό όνομα. Στα ατού της περιλαμβάνονταν οι καθετοποιημένες εγκαταστάσεις που ξεκινάνε από τα ορυχεία, συνεχίζονται στο εργοστάσιο και από εκεί το νικέλιο που παράγεται οδεύει σε λιμάνι. Η «καρδιά» της χτυπάει στη Λάρυμνα της Φθιώτιδας, όπου βρίσκεται το μεταλλουργικό εργοστάσιο το οποίο επεξεργάζεται περί τους 2,5 εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος, ενώ τα μεταλλεία της απλώνονται στην ελληνική επικράτεια, από τη Βοιωτία και την Εύβοια, έως την Καστοριά. Όμως, πέρα από τα ήδη συσσωρευμένα πολύ μεγάλα χρέη, η ΛΑΡΚΟ έχει και υψηλό κόστος παραγωγής, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ζημίες εδώ και χρόνια, αφού ο κάθε τόνος νικελίου που βγαίνει από το εργοστάσιο κοστίζει αρκετά υψηλότερα από την τιμή του στην αγορά. Στον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της, το 2015, οι ζημίες ξεπερνούσαν τα 79 εκατομμύρια.

Την ίδια ώρα μισθοί και επιδόματα αγγίζουν -μέσα στην περίοδο της κρίσης- επίπεδα από το χώρο του φανταστικού. Για παράδειγμα, το κόστος ετήσιας μισθοδοσίας εργαζομένων με σοβαρή προϋπηρεσία ξεπερνούσε τα 70.000 ευρώ το 2016, ενώ προβλέπεται ακόμα και σήμερα επίδομα ετοιμότητας στελεχών και εργαζομένων για τα έκτακτα γεγονότα κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Το πριμ αυτό καταβάλλεται ανά μήνα ή δίμηνο και μπορεί να φτάσει στην περίπτωση των στελεχών έως και τα 1.000 ευρώ.

Υπάρχουν και επιδόματα γαλοπούλας για τα Χριστούγεννα (40 ευρώ) και αρνιού για το Πάσχα (100 ευρώ). Υπάρχει και πριμ παραγωγής που κοστίζει από 4 έως 6 εκατομμύρια, βρέξει χιονίσει, ακόμα και τα χρόνια που η εταιρεία έχει ζημιές: το 2007 με κέρδη 23 εκατομμύρια δόθηκε πριμ παραγωγής 6,2 εκατομμύρια, το 2017 με ζημίες 67 εκατομμύρια καταβλήθηκε πριμ παραγωγής 4 εκατομμύρια.

Η ΛΑΡΚΟ το 2012 δεν μπήκε στο ενιαίο μισθολόγιο παρά τις εντολές του υπουργείου Οικονομικών και έτσι, μαζί με τα παραπάνω επιδόματα, ένας εργοδηγός με 30 χρόνια προϋπηρεσία μπορεί να λαμβάνει ως μισθό πάνω από 4.300 ευρώ και ένας μηχανικός με τριετή προϋπηρεσία περισσότερα από 3.600 ευρώ.

Δεν είναι μόνο αυτά: πριν από λίγες εβδομάδες ο γενικός εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με εισήγησή του, στένεψε ακόμα περισσότερα τα περιθώρια οικονομικής εξυγίανσης της άλλοτε κραταιάς εταιρείας μεταλλευμάτων. Η ΛΑΡΚΟ, όταν βγήκε πριν από δύο χρόνια η καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με παράνομες κρατικές ενισχύσεις την περίοδο 2008-2011 και την επιστροφή 136 εκατομμυρίων ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο, προχώρησε σε κινήσεις για την αναίρεσή της. Πλέον ο γενικός εισαγγελέας προτείνει την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης που έχει κάνει η εταιρεία. Η επόμενη σκηνή του θρίλερ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναμένεται να εκτυλιχθεί εντός των επομένων μηνών όταν η ολομέλειά του κληθεί να αποφανθεί αν θα υιοθετήσει ή όχι την πρόταση του γενικού εισαγγελέα – μέχρι στιγμής πάντως η ιστορία έχει δείξει ότι συνήθως κάνει αποδεκτές τις εισηγήσεις του.

Τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά πριν από πέντε χρόνια: εκτός από το ότι η ΛΑΡΚΟ βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση –μόνο τα χρέη της προς τη ΔΕΗ ήταν μειωμένα κατά 80 εκατομμύρια- η τότε κυβέρνηση, με ένα σχέδιο μερικής ιδιωτικοποίησης, όπως το ονόμαζαν, είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους να διαγραφούν οι παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Το σχέδιο αυτό του 2014 συμπεριλάμβανε το σπάσιμο στα δύο των παγίων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείες και την πώλησή τους.

Ήδη από τον Ιούνιο του 2014, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιούσαν συναντήσεις με εκπροσώπους σωματείων εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ, εκφράζοντας την κάθετη αντίθεσή τους στα σχέδια ιδιωτικοποίησης της τότε κυβέρνησης, λέγοντας «όχι» στον τεμαχισμό της εταιρείας. Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι των σωματείων ανέφεραν ότι η ιδιωτικοποίηση θα προκαλέσει οικονομική και κοινωνική ζημιά στις τοπικές κοινωνίες έξι νομών της περιφέρειας, όπου δραστηριοποιείται η ΛΑΡΚΟ καθώς θα κινδύνευαν θέσεις εργασίας. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήριζαν τότε τα σχέδια της κυβέρνησης «εγκληματικά» και ισχυρίζονταν ότι θα οδηγούσαν στο ξεπούλημα του εθνικού ορυκτού πλούτου και στην εκμετάλλευσή του από ιδιώτες οι οποίοι θα προχωρούσαν σε μαζικές απολύσεις και μειώσεις μισθών, καταλήγοντας στο ότι πρέπει να διατηρηθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της ΛΑΡΚΟ.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση το 2015, το σχέδιο ιδιωτικοποίησης μπήκε στον πάγο και ο τότε υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης δεσμεύτηκε για την οικονομική εξυγίανση της εταιρείας, πάντα υπό δημόσιο χαρακτήρα. Έπειτα από δύο χρόνια, στις αρχές του 2017, ενώ με την προσπάθεια από το υπουργείο για εξυγίανση τα χρέη αυξάνονταν αντί να μειώνονται, και παράγοντες της αγοράς μιλούσαν για άμεση ανάγκη ιδιωτικοποίησης ώστε να διασωθεί η εταιρεία, ο κ. Σταθάκης τόνιζε ότι δεν υφίστανται τέτοιου είδους σενάρια και ότι η θέση της κυβέρνησης παραμένει η προστασία του δημόσιου χαρακτήρα της ΛΑΡΚΟ.

Τον Νοέμβριο του 2017, όταν ήρθε η καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις παράνομες κρατικές ενισχύσεις, με τον λογαριασμό να φτάνει τα 136 εκατομμύρια ευρώ, συνεχιζόταν ακριβώς το ίδιο τροπάριο. Εκείνη την περίοδο τα χρέη της ΛΑΡΚΟ προς την ΔΕΗ είχαν ήδη ξεπεράσει τα 260 εκατομμύρια – αυξημένα κατά 40 εκατομμύρια σε σχέση με δύο χρόνια πριν.

Το 2018 η ΛΑΡΚΟ προσέφυγε κατά της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ενώ τα χρέη συνέχισαν να συσσωρεύονται – τα χρωστούμενα προς τη ΔΕΗ αυτή τη χρονιά προσεγγίζουν τα 285 εκατομμύρια και οι συμβουλές της κυβέρνησης είναι να μειωθεί η παραγωγή για μικρότερη κατανάλωση ρεύματος και ως εκ τούτου δυνατότητα αποπληρωμής των μικρότερων λογαριασμών… Ήδη από τότε είχε παρατηρηθεί η μεγάλη καθυστέρηση στη δημοσιοποίηση των ισολογισμών του 2016 και του 2017 καθώς οι ορκωτοί λογιστές φέρεται να είχαν ζητήσει την επικαιροποίηση των στοιχείων για τις αξίες των παγίων της ΛΑΡΚΟ.

Στα τέλη του 2018 ο ίδιος κ. Σταθάκης που έλεγε ότι η θέση της κυβέρνησης είναι η προστασία του δημόσιου χαρακτήρα της εταιρείας αναζητούσε «τρόπους αντιμετώπισης του άμεσου κινδύνου διακοπής λειτουργίας του εργοστασίου» και ζητούσε από τη ΔΕΗ να μην προχωρήσει σε διακοπή της ηλεκτροδότησης.

Και ύστερα εμφανίστηκαν οι ολιγάρχες: από τον Ιανουάριο του 2019, με το ενδεχόμενο των προστίμων από την Ευρώπη εάν η εταιρεία δεν τεθεί σε εκκαθάριση να είναι πιθανό, φαίνεται ότι αρχίζουν συνομιλίες με υποψήφιους αγοραστές. Όχι στα πλαίσια ενός ανοικτού διαγωνισμού, αλλά επαφών που γίνονται με τρεις επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στο Καζακστάν, οι οποίοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον και προ δεκαετίας, με διαφορετικό τότε σχήμα. Πρόκειται για τους Αλεξάντερ Μασκέβιτς, Πατόχ Σατζίεφ και Αλιτζάν Ιμπραγκίμοβ οι οποίοι, όπως είχε αποκαλύψει η «Καθημερινή», πειραματίζονταν με εμπλουτισμό του ελληνικού μεταλλεύματος από άλλο μετάλλευμα, από τη Γουατεμάλα, εντός του 2019.

Δέκα χρόνια πριν, το σχήμα υπό το οποίο είχαν εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενοι περιελάμβανε τον Μπένι Στάινμετζ, τον ισραηλινό μεγιστάνα που έχει εμπλακεί σε υποθέσεις διαφθοράς στη Γουινέα. Το 2019 οι τρεις επιχειρηματίες φαίνεται ότι εμφανίστηκαν μαζί με τον Στανισλάβ Κοντρασόβ, ρώσο ολιγάρχη του οποίου το όνομα ενεπλάκη σε πτωχεύσεις τραπεζών.

Οι επαφές των εν λόγω επιχειρηματιών, οι οποίοι περιλαμβάνονται σε λίστες της Διεθνούς Διαφάνειας για τις πρακτικές τους και είχαν διάφορες νομικές περιπέτειες σε παραπάνω από μία χώρες για διαφθορά και δωροδοκία σε σχέση με εξορυκτικές δραστηριότητες, φέρεται να γίνονταν με τον τότε υπουργό Επικρατείας Αλέκο Φλαμπουράρη. Συγκεκριμένα για τον Μασκέβιτς, ο οποίος εμφανιζόταν στα Panama Papers, ακόμα και η παναμέζικη νομική εταιρεία Mossack Fonseca, από την οποία διέρρευσαν τα έγγραφα και σήμερα οι ιδρυτές της κατηγορούνται, είχε εκφράσει ανησυχίες για τη δραστηριότητα των εταιρειών του.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι επαφές αυτές συνεχίζονταν μέχρι και λίγο πριν από τις εκλογές του Ιουλίου του 2019, την ώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι η ιδιωτικοποίηση της ΛΑΡΚΟ δεν συζητείται.

Μετά τις εκλογές του Ιουλίου, η προβληματική οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ ήταν το πρώτο ζήτημα που μπήκε στην ατζέντα του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η ΛΑΡΚΟ είναι η αμέσως επόμενη. Με την εταιρεία να είναι πλέον σε αρκετά δυσμενέστερη οικονομική θέση απ’ ό,τι πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε προταθεί το σχέδιο του σπασίματος της και της ιδιωτικοποίησής της. Τώρα πλέον συζητείται σοβαρά το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία. Και φαίνεται ότι για άλλη μία φορά, όπως και στην περίπτωση της διαχείρισης των απορριμμάτων και των ΣΔΙΤ στην Αττική, χάθηκαν πέντε πολύτιμα χρόνια.