Ο Γκάντι στο Λονδίνο το 1931, το μοντέλο και φωτογράφος Μάικλ Μπέιλι - Γκέιτς σε διαφήμιση του οίκου Valentίνο και η πρώην Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ Μελάνια Τραμπ με μπουφάν που γράφει «I really don’t care, do you?» (Πραγματικά δεν με νοιάζει, εσάς;) | CreativeProtagon/Wikipedia/Instagram/Reuters
Θέματα

Και η μόδα κάνει πλέον πολιτική…

Πριν από μερικά χρόνια, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές των κορυφαίων οίκων μόδας και των διάσημων brands απέφευγαν να εκφράζουν την άποψή τους, ευθέως ή μέσω της δουλειάς τους, για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Τώρα όμως είναι σχεδόν υποχρεωμένοι να παίρνουν θέση, καθώς το απαιτούν ολοένα περισσότεροι, νέοι κυρίως, άνθρωποι - καταναλωτές
Protagon Team

Τουλάχιστον 13.000 σχόλια συγκέντρωσε μία φωτογραφία η οποία αναρτήθηκε πριν από δύο μήνες στον λογαριασμό του Maison Valentino στο Instagram, με πρωταγωνιστή έναν γυμνό άνδρα με μακριά μαλλιά που κοιτάζει στον φακό αισθαντικά, κρατώντας μία τσάντα από τη νέα συλλογή του περίφημου ιταλικού οίκου μόδας που μοιάζει να είναι γυναικεία.

Θα μπορούσε να γίνει λόγος για εξαιρετική διαφημιστική επιτυχία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λαμβάνοντας υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα χιλιάδες σχόλια που συγκέντρωσε ήταν άκρως αρνητικά, με πάμπολλους χρήστες του Διαδικτύου να επικρίνουν σφοδρά, έως και ανάρμοστα, τον οίκο ως «απολογητή της ομοφυλοφιλίας» υπενθυμίζει σε άρθρο της η Σερένα Τιμπάλντι της La Repubblica.

Στη λεζάντα της ολόσωμης γυμνής φωτογραφίας του 28χρονου φωτογράφου, αλλά και μοντέλου Μάικλ Μπέιλι – Γκέιτς, επισημαινόταν ότι «η ελευθερία της έκφρασης και η εκτίμηση του απεριόριστου χαρακτήρα της ατομικότητας σηματοδοτούν τη νέα καμπάνια του οίκου».

Η επίμαχη φωτογραφία δεν είναι σε καμία περίπτωση άσεμνη ή απρεπής, ούτε καν προκλητική –υποστηρίζει η ιταλίδα δημοσιογράφος– ωστόσο πλήθος οργισμένων ανθρώπων έβαλαν κατά του φωτογράφου – μοντέλου και του οίκου Valentino, κατηγορώντας τους ότι «συγχέουν τα φύλα», «πηγαίνουν κόντρα στη φύση», «δηλητηριάζουν τα παιδιά» και «προσβάλλουν τις γυναίκες».

Ο Valentino, από την άλλη, κάθε άλλο παρά αποθαρρύνθηκε. Οχι μόνον δεν απέσυρε τη φωτογραφία, αλλά έσπευσε να υπερασπιστεί την επιλογή του, διά στόματος του καλλιτεχνικού διευθυντή του, Πιερπάολο Πιτσόλι.

«Το μίσος δεν αποτελεί έκφραση, το μίσος αποτελεί μία αντίδραση στον φόβο και ο φόβος μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε βία, η οποία μπορεί να είναι ένα σχόλιο ή μία επιθετική ενέργεια κατά δύο ανδρών που φιλιούνται στο μετρό», σημείωσε στον προσωπικό του λογαριασμό, προσθέτοντας ότι είναι περήφανος που μπορεί μέσω της δουλειάς του να εναντιώνεται σε κάθε μορφή μίσους, διακρίσεων και βίας.

«Αυτή η φωτογραφία είναι μία αυτοπροσωπογραφία ενός νεαρού, όμορφου άνδρα και το κακό ελλοχεύει στο βλέμμα του θεατή, όχι στο γυμνό του σώμα», πρόσθεσε. «Η αλλαγή είναι δυνατή, κανείς δεν είπε ποτέ ότι θα ήταν εύκολη, αλλά είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω δυσκολίες, στο όνομα της ελευθερίας, της αγάπης, της ανοχής και της ανάπτυξης» επισήμανε στον επίλογο της ανάρτησής του.

Στο κείμενό της η Σερένα Τιμπάλντι αναφέρει πως πλέον η ανένδοτη στάση του οίκου Valentino υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, υπέρ της ανοχής και της διαφορετικότητας ενδέχεται να μην προκαλεί μεγάλη εντύπωση. Ωστόσο, έως και πριν από δύο-τρία χρόνια, κάθε άλλο παρά δεδομένη θεωρούνταν. «Ως αντανάκλαση του παρόντος και μορφή προσωπικής έκφρασης, η μόδα ήταν ανέκαθεν “πολιτική”, αλλά μόλις τώρα η κοινωνία δείχνει να το κατανοεί», υποστηρίζει.

Και ενώ πριν από μερικά χρόνια, ειδικά οι καλλιτεχνικοί διευθυντές των κορυφαίων οίκων μόδας και των πιο διάσημων brands απέφευγαν να εκφράζουν την άποψή τους, ευθέως ή μέσω της δουλειάς τους, για τα πιο ευαίσθητα από τα κοινωνικά ζητήματα, πλέον είναι σχεδόν υποχρεωμένοι να παίρνουν θέση, καθώς το απαιτούν ολοένα περισσότεροι, νέοι κυρίως, άνθρωποι/ καταναλωτές.

Ομως, το ότι γίνεται πλέον λόγος για την πολιτική διάσταση της μόδας, σαν να πρόκειται για ένα καινούργιο φαινόμενο, προκαλεί εντύπωση στη Σιμόνα Σέγκρε Ράινακ, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια με ειδίκευση στην παγκοσμιοποίηση της μόδας. «O Γκάντι το 1931 πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο, φορώντας τον λευκό του χιτώνα: γνώριζε ότι θα προκαλούσε εντύπωση εάν εμφανιζόταν έτσι ντυμένος δίπλα στον Τσόρτσιλ και στον βασιλιά», ανέφερε σχετικά η ιταλίδα πανεπιστημιακός, εξηγώντας ότι η συμβολική σημασία της ένδυσης και της μόδας είναι ευρέως αναγνωρισμένη.

Ο Μαχάτμα Γκάντι, ο ασκεπής με τα λευκά στο βάθος, στη διάσκεψη του Λονδίνου, το 1931 (Public domain/British Library)

Ειδικά στις ΗΠΑ, η σχέση της μόδας με την πολιτική θεωρείται δεδομένη και απόδειξη αποτελεί η μανία των αμερικανικών ΜΜΕ με την γκαρνταρόμπα της εκάστοτε Πρώτης Κυρίας και τις όποιες εύστοχες ή άστοχες στιλιστικές επιλογές της.

Πριν από μία τριετία, για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 2018, η Μελάνια Τραμπ επισκέφτηκε, μαζί με τον σύζυγό της, ένα κέντρο κράτησης παιδιών παράτυπων μεταναστών, φορώντας ένα αδιάβροχο μάρκας Zara με την επιγραφή «I really don’t care, do you?» (Πραγματικά δεν με νοιάζει, εσάς;). «Προφανώς δεν φόρεσα το μπουφάν για τα παιδιά. Το φόρεσα για να επιβιβαστώ και να αποβιβαστώ από αεροπλάνο», εξήγησε κάποια στιγμή στη συνέχεια η τέως Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, αναφέροντας πως το μήνυμα πάνω στο αδιάβροχό της «ήταν για τους ανθρώπους και τα αριστερόστροφα ΜΜΕ που με κριτικάρουν. Ηθελα να τους δείξω πως δεν με νοιάζει».

Οσον αφορά την νυν Πρώτη Κυρία, τον περασμένο Ιανουάριο, στην ορκωμοσία του συζύγου της, η Τζιλ Μπάιντεν επέλεξε να φορέσει μία τουαλέτα του οίκου Markarian που έχει εισέλθει δυναμικά στην αποκαλούμενη «βιώσιμη μόδα».

Αναφορικά με τη σχέση μεταξύ μόδας και πολιτικής στον υπόλοιπο κόσμο, στην Αφρική, για παράδειγμα, «η απόρριψη της αποικιοκρατικής κουλτούρας επέρχεται μέσω των συλλογών των νέων σχεδιαστών που επιδιώκουν να ανακτήσουν τις ρίζες τους», σημείωσε η ιταλίδα ειδικός.

Η Τζιλ Μπάιντεν στην ορκωμοσία του συζύγου της, φορώντας «βιώσιμη μόδα» (EPA/JUSTIN LANE)

Επιτέλους η μόδα αποδέχτηκε και αυτόν τον ρόλο της, ανέφερε στην La Repubblica και η Ραφαέλα Πιερπάολι, επικεφαλής περιεχομένων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Intraget, μια εταιρεία ψηφιακού μάρκετινγκ. «Μόλις πρόσφατα το σύστημα συνειδητοποίησε το γεγονός και, κατ’ επέκταση, έγινε κατανοητό πως όλοι πρέπει να παίρνουν θέση. Δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση θα υπάρχουν διαφωνίες, είναι προτιμότερο να εκτίθεται κανείς αναφορικά με ζητήματα που είναι πραγματικά ευαίσθητα, ούτως ώστε να μεταδίδει το μήνυμα που επιθυμεί», υποστήριξε.

Πρόσφατα, λόγου χάρη, τα brands που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Better Cotton Initiative κήρυξαν μποϊκοτάζ κατά της Κίνας, παύοντας να χρησιμοποιούν το βαμβάκι που παράγεται στην Σιντζιάνγκ από τους ουιγούρους κατοίκους της, τους οποίους το Πεκίνο διώκει συστηματικά. Η H&M διέγραψε τα καταστήματά της από τους ψηφιακούς χάρτες της Κίνας. Το πλήγμα για τη σουηδική πολυεθνική ήταν βαρύ, αλλά κατάφερε με τη συγκεκριμένη επιλογή της να ανασκευάσει την κατηγορία του greenwashing που της προσήψαν – ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα μάτια του κόσμου, παρά για την προστασία του περιβάλλοντος. «Κανένας δεν αρνείται πως η εν λόγω πολιτικοποίηση αποτελεί επίσης μία στρατηγική, προς θεού. Αλλά τώρα το κοινό απαιτεί από τις μάρκες να είναι ξεκάθαρες: πλέον καλούνται τα brands να επιλέγουν πώς θα αυτοπαρουσιάζονται», σημείωσε η Ραφαέλα Πιερπάολι.

«Παρατηρώ ακόμα μία απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που αλληλεπιδρούν με τις μάρκες με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και σε όσους εξακολουθούν να επισκέπτονται τα καταστήματα. Το σύστημα εξελίσσεται πλήρως και αλλάζει και το κοινό – στόχος. Ομως χρειάζεται χρόνος», πρόσθεσε η Σιμόνα Σέγκρε Ράινακ από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.

Ακόμα και το να χάνει ένα brand followers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξαιτίας των όποιων θέσεών του όσον αφορά ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, είναι καλό σημάδι. «Σημαίνει ότι ασκείται μια κάποια επιρροή, ότι η κοινωνία ενδιαφέρεται για αυτό που συμβαίνει. Το σφάλμα που πρέπει να αποφευχθεί είναι η δράση μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου ή με στόχο την εκμετάλλευση της συναισθηματικότητας. Αναμφίβολα, όποιος ανήκει στον κλάδο γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται αυτά τα ζητήματα, αλλά οι καταναλωτές μπορούν να διακρίνουν το πραγματικό ενδιαφέρον από την απλή προώθηση. Και δεν συγχωρούν», προειδοποιεί η Ραφαέλα Πιερπάολι.