Η Μαρία Γιούντινα ήταν κορυφαία πιανίστρια κυνηγήθηκε όμως γιατί ήταν φλογερή Χριστιανή | CreativeProtagon
Θέματα

Η αγαπημένη… χριστιανή πιανίστα του Στάλιν

Μπορεί να μην κοιμόταν σε φέρετρο ούτε να ήταν καλόγρια, αλλά μια νέα βιογραφία της Μαρία Γιούντινα από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Γέιλ αποκαλύπτει ότι η αληθινή ιστορία της ρωσίδας μουσικού ήταν εξαιρετική και πολύ πιο συγκινητική από τις φήμες που την ακολουθούσαν
Protagon Team

Υπήρχε κάτι στη φρίκη της ζωής στη Σοβιετική Ρωσία, που εξέθρεψε ένα συγκεκριμένο είδος καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας, φλογερά πνευματικής, αποφασισμένης να υψωθεί πάνω από τους ηθικούς συμβιβασμούς και τους ατελείωτους αγώνες για ύπαρξη, οι οποίοι σημάδεψαν τις ζωές των περισσότερων ανθρώπων εκείνη την εποχή. Οπως πολλοί εκπρόσωποι της προηγούμενης «Ασημένιας Εποχής» του ρωσικού πολιτισμού (1890-1925), οι καλλιτέχνες ζούσαν σε έναν αυτόνομο κόσμο καθαρής τέχνης, που ήταν πολύ έντονη και πολύ θρησκευόμενη.

Για κάποιους, άλλωστε, στην πραγματικότητα η τέχνη δεν ήταν παρά η εκδήλωση μιας φλεγόμενης πίστης, οπότε είναι δύσκολο να απομονώσεις τη θρησκεία τους από την τέχνη τους. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκει κανείς ποιητές όπως η Αννα Αχμάτοβα και ο Οσιπ Μάντελσταμ, σκηνοθέτες, όπως ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ζωγράφους όπως ο Βασίλι Καντίνσκι· και στο πεδίο της μουσικής, συνθέτες όπως η Γκαλίνα Ουστβόλσκαγια και η Σοφία Γκουμπαϊντούλινα, και οι πιανίστες Σβιατοσλάβ Ρίχτερ (που του άρεσε να παίζει στο μισοσκόταδο με μια λάμπα πάνω στο πιάνο) και Εμίλ Γκιλέλς, γράφει στην Telegraph ο μουσικοκριτικός Αϊβαν Χιούετ.

Η Μαρία Γιούντινα ήταν μια από αυτές τις αγνές ψυχές. Και αν το όνομά της δεν μας είναι τόσο οικείο όσο των υπολοίπων, είναι απλώς ένα ατύχημα της ιστορίας· γιατί με τον ένθερμο ιδεαλισμό της και το γνήσιο ταλέντο της, ήταν στο επίπεδό τους. Κατά κάποιον τρόπο, μάλιστα, σε έναν άλλο, μυστικιστικό κόσμο τους ξεπερνά με την απόλυτη άρνησή της να συμβιβαστεί, η οποία τελικά προκάλεσε και την ανατροπή της.

Τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, η Γιούντινα απέκτησε τεράστια φήμη χάρη στις κορυφαίες ερμηνείες της με έργα Μπαχ, Μότσαρτ, Μπραμς και, κυρίως, με έργα σύγχρονης μουσικής. Τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, έδωσε συναυλίες για τις οποίες μιλούν με δέος όσοι τις παρακολούθησαν, και έκανε πολλές υπέροχες ηχογραφήσεις. Αλλά την εξαντλούσαν τόσο η κακή υγεία της όσο και οι ατελείωτες διώξεις τις οποίες υφίστατο από τις σοβιετικές αρχές· δεν μπορούσαν να ανεχθούν την πεισματική προσκόλλησή της στην Ορθόδοξη πίστη και το πάθος της για τη σύγχρονη μουσική· για την σοβιετική εξουσία ήταν μολυσμένη από τον «φορμαλισμό της μπουρζουαζίας». Και όταν πέθανε το 1970, η Γιούντινα ήταν πλέον μια περιθωριακή φιγούρα.

Εξώφυλλα δίσκων με ηχογραφήσεις της Μαρία Γιούντινα

Η Ελίζαμπεθ Γουίλσον, παρατηρεί ο Χιούετ στην Telegraph, είναι σε θέση να πει την αληθινή ιστορία της. Τσελίστα και βιογράφος πολλών μουσικών, συμπεριλαμβανομένου του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (σημαντική φιγούρα στο νέο της βιβλίο), η Γουίλσον υπήρξε μαθήτρια του μεγάλου βιολοντσελίστα και διευθυντή ορχήστρας Μστισλάβ Ροστροπόβιτς στο Ωδείο της Μόσχας, στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Δεν γνώρισε ποτέ την Γιούντινα, η οποία εκείνη την περίοδο -για ακόμα μια φορά- είχε εξοστρακιστεί επίσημα και σπάνια εμφανιζόταν δημόσια. Ομως συνάντησε και μίλησε με πολλούς σημαντικούς ανθρώπους του περιβάλλοντός της, ενώ κατάφερε να εντοπίσει πολλούς άλλους της εποχής της στη Σοβιετική Ένωση.

Από το νέο βιβλίο της Γουίλσον «Playing with Fire», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Γέιλ, προκύπτει ότι η ουσιαστική προσωπικότητα της Γιούντινα αναδύθηκε πολύ γρήγορα. Ηταν μόλις 10 ετών, όταν το παίξιμό της εντυπωσίασε την εξαδέλφη της με το «μεγαλείο της κλίμακας, το βάθος, την αυστηρότητα της κλίμακας και του ρυθμού της και πάνω απ’ όλα με μια εξαιρετική αισθητική ιδιότητα – ένα είδος “Es Muss Sein” του Μπετόβεν (“πρέπει να είναι”)».

Η Μαρία Γιούντινα γρήγορα κατέληξε να είναι μια εκκεντρική φιγούρα

Ακριβώς αυτό το είδος της περιγραφής αποδόθηκε στο παίξιμό της και δεκαετίες αργότερα. Οταν ασπάστηκε την Ορθοδοξία, έπρεπε να αψηφήσει την οργή του πατέρα της, ενός γιατρού που αρνήθηκε την εβραϊκή του κληρονομιά και έγινε παθιασμένος άθεος, αρκετά ικανός να πετάει ενοχλητικούς θρησκευόμενους από τις σκάλες. Η Γιούντινα ενδιαφερόταν με πάθος για τη φιλοσοφία και την ιστορία, «καταβρόχθισε» τα έργα του Καντ και του Χέγκελ στα Γερμανικά, και ανέπτυξε έντονες σχέσεις με συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου θεωρητικού της καρναβαλικής ρίζας του μυθιστορηματικού λόγου, Μιχαήλ Μπαχτίν.

Στα 20 της, ήταν ήδη όπως θα έμενε μέχρι την ημέρα του θανάτου της: μια εκκεντρική φιγούρα με μαύρα ρούχα και μπαλωμένα παπούτσια, απελπιστικά φτωχή, μετακινούμενη από το ένα υγρό διαμέρισμα στο άλλο, που μιλούσε για την αναγκαιότητα της πνευματικής ζωής σε εντελώς λάθος στιγμές, όταν ήταν πιθανό να την ακούσουν αξιωματούχοι να δηλώνει: «Σε πολλά συμφωνώ με το ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ λόγω των ιδεαλιστικών και θρησκευτικών μου απόψεων».

Ο κύκλος του Μπαχτίν στο Λένινγκραντ μεταξύ 1924 και 1926. Η Μαρία Γιούντινα διακρίνεται στην πρώτη σειρά ανάμεσα στον Μιχαήλ Μπαχτίν (αριστερά) και τον σοβιετικό γλωσσολόγο Βαλεντίν Βολόσινοφ (Wikimedia Commons)

Η παθιασμένη φύση της είχε μια απελπισμένη λαχτάρα για ρομαντική προσκόλληση. Παρά την έλλειψη συμβατικής καλής εμφάνισης, η Γιούντινα γοήτευε τους άντρες, αλλά υπάρχει η αίσθηση ότι της άρεσαν πραγματικά μόνο οι απρόσιτοι. Ο απελπισμένος έρωτάς της για τον Μπόρις Πάστερνακ προκαλούσε γέλια πίσω από την πλάτη της επειδή τον έβλεπε «σαν να ήταν εικόνισμα… σαν αιώνια μαθήτρια». Για ένα διάστημα, φαινόταν ότι επρόκειτο να παντρευτεί έναν από τους προικισμένους μαθητές της, τον Κιρίλ Σάλτικοφ. Ο Σάλτικοφ, όμως, σκοτώθηκε κάνοντας σκι, και η Γιούντινα παρηγορήθηκε παριστάνοντας τη «νύφη» της μητέρας του και φροντίζοντάς τη μέχρι το τέλος της, όταν αρρώστησε.

 

Η Ολγα Κιριλένκο υποδύεται τη Μαρία Γιούντινα στη σάτιρα «Ο Θάνατος του Στάλιν» (2017) / (ODEON)

Η Γουίλσον απορρίπτει τις φήμες ότι η Γιούντινα κοιμόταν σε φέρετρο, ότι ήταν καλόγρια (αν και ορισμένοι από τους μαθητές της την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «η καλόγρια») και ότι ηχογράφησε ένα κονσέρτο για πιάνο του Μότσαρτ για τον Στάλιν μέσα σε μια νύχτα (η ιστορία αυτή παρουσιάζεται στην πολιτική σάτιρα «Ο Θάνατος του Στάλιν», του 2017). Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει το συναρπαστικό βιβλίο της Γουίλσον, η πραγματική ιστορία της Γιούντινα είναι εξαιρετική και πολύ πιο συγκινητική από αυτούς τους μύθους.