Ο Ερικ Χομπσμπάουμ και ο Φράνσις Φουκουγιάμα συγκλίνουν από διαφορετικές αφετηρίες ως προς την αντιμετώπιση του εθνικισμού | CreativeProtagon
Θέματα

Φουκουγιάμα – Χομπσμπάουμ: Μπορείς να είσαι ταυτόχρονα φιλελεύθερος και εθνικιστής;

Ο εθνικισμός είναι πολύ σημαντικός για να αφεθεί στους εθνικιστές, πιστεύει ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός του φιλελευθερισμού – θέση που δεν διαφέρει πολύ από την άποψη του μαρξιστή ιστορικού ότι δεν πρέπει η Δεξιά να έχει το μονοπώλιο της σημαίας. Τι δείχνει το πάντρεμα ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού και πατριωτικής έξαρσης των Ουκρανών
Protagon Team

Το ότι ο φιλελευθερισμός χάνει έδαφος και αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες επιβεβαιώνεται από τις περιοδικές μελέτες όσον αφορά τη διάδοση της φιλελεύθερης δημοκρατίας ανά τον κόσμο και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάλιστα το ζήτημα απασχολεί ακόμη και αυτούς που προέβλεπαν τη σχεδόν αναπόφευκτη και απόλυτη κυριαρχία του φιλελευθερισμού ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Φράνσις Φουκουγιάμα. Στο τελευταίο τεύχος του Foreign Affairs ο διάσημος αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και καθηγητής στο Στάνφορντ εστιάζει στο ζήτημα από τη σκοπιά του εθνικισμού, ενός από τους «εχθρούς», πραγματικούς ή φανταστικούς, του φιλελευθερισμού.

Είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι μία από τις κύριες κατηγορίες που προσάπτονται σε έναν συγκεκριμένο, παραδόξως αριστερόστροφο, τύπο φιλελευθερισμού, είναι ότι ανησυχεί και νοιάζεται περισσότερο για αυτούς που βρίσκονται μακριά παρά για αυτούς που είναι κοντά, ότι πρεσβεύει μια παγκοσμιοποίηση που αδιαφορεί για όσους έμειναν πίσω, πως υποκρύπτει έναν ελιτίστικο κοσμοπολιτισμό, απόρροια της μεγάλης ευμάρειας.

Παρότι η κατηγορία ότι είναι «εχθροί του λαού», που αποδίδεται στους φιλελεύθερους, είναι συχνά τεχνητή, κατάλληλη περισσότερο για προεκλογικές εκστρατείες και πολιτικές αντιπαραθέσεις παρά για τη διεξαγωγή ενός υγιούς διαλόγου περί του ζητήματος, ο Φράνσις Φουκουγιάμα παραδέχεται πως «η ίδια η φύση του φιλελευθερισμού τον καθιστά ευάλωτο σε αυτή τη γραμμή επίθεσης. Η πιο θεμελιώδης αρχή που κατοχυρώνεται στον φιλελευθερισμό είναι αυτή της ανεκτικότητας: το κράτος δεν ορίζει πεποιθήσεις, ταυτότητες ή οποιοδήποτε άλλο είδος δόγματος […] Τα φιλελεύθερα πολιτικά συστήματα απαιτούν όντως κοινές αξίες, όπως η ανεκτικότητα, ο συμβιβασμός και η σκέψη, αλλά αυτές δεν ενισχύουν τους ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς που ενυπάρχουν σε στενά συνδεδεμένες θρησκευτικές και εθνοεθνικιστικές κοινότητες […] Οι φιλελεύθερες κοινωνίες δυσκολεύονται να παρουσιάσουν ένα θετικό όραμα για την εθνική ταυτότητα στους πολίτες τους. Η θεωρία πίσω από τον φιλελευθερισμό έχει μεγάλες δυσκολίες στο να χαράξει σαφή όρια γύρω από τις κοινότητες και στο να εξηγήσει τι οφείλει στους ανθρώπους εντός και εκτός αυτών των ορίων. Αυτό συμβαίνει επειδή η θεωρία χτίζεται πάνω σε μια αξίωση οικουμενικότητας».

Ωστόσο, δίχως να αποκηρύσσει την εν λόγω οικουμενικότητα, ο Φουκουγιάμα είναι πεπεισμένος ότι ο εθνικισμός είναι πολύ σημαντικός για να αφεθεί στους εθνικιστές. Καταρχάς «τα κράτη είναι σημαντικά όχι μόνο επειδή είναι ο τόπος της νόμιμης εξουσίας και τα εργαλεία ελέγχου της βίας. Είναι επίσης μια μοναδική πηγή κοινότητας». Από την άλλη μεριά, όπως αποδεικνύει και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, «εάν διαφορετικές κοινωνίες παρεκκλίνουν από τις φιλελεύθερες αρχές και προσπαθούν να βασίσουν τις εθνικές τους ταυτότητες στη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία ή κάποιο άλλο ουσιαστικό όραμα για την καλή ζωή, ευνοούν μια επιστροφή σε δυνητικά αιματηρές συγκρούσεις. Ενας κόσμος γεμάτος τέτοιες χώρες θα είναι πάντα πιο αμφιλεγόμενος, πιο ταραχώδης και πιο βίαιος».

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Φουκουγιάμα, ο πόλεμος στην Ουκρανία καταδεικνύει επίσης ότι ο φιλελευθερισμός και ο εθνικισμός όχι μόνον μπορούν αλλά ενδεχομένως να πρέπει κιόλας να πορεύονται μαζί: οι Ουκρανοί, «με το θάρρος τους κατέστησαν σαφές ότι οι πολίτες είναι πρόθυμοι να πεθάνουν για τα φιλελεύθερα ιδανικά, αλλά μόνο όταν αυτά τα ιδανικά έχουν τις ρίζες τους σε μια χώρα που μπορούν να αποκαλούν δική τους».

Το σημείο εκκίνησης για τη συμφιλίωση των φιλελεύθερων αξιών με τις εθνικιστικές αξίες θα πρέπει να είναι η παραδοχή ότι «από μια ορισμένη σκοπιά ο φιλελεύθερος οικουμενισμός έρχεται σε αντίθεση με τη φύση της ανθρώπινης κοινωνικότητας. Οι άνθρωποι αισθάνονται πως έχουν τους πιο ισχυρούς δεσμούς στοργής με τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους, όπως οι φίλοι και οι συγγενείς. Καθώς ο κύκλος των γνωριμιών διευρύνεται, η αίσθηση του καθήκοντός μας αναπόφευκτα μετριάζεται».

Είναι αλήθεια –και αυτό είναι σίγουρα θετικό– ότι με το πέρασμα των αιώνων τα όρια της αλληλεγγύης διευρύνθηκαν πολύ, από την οικογένεια, στο χωριό, στη φυλή, σε ολόκληρες χώρες. Αλλά «λίγοι άνθρωποι αγαπούν την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Για τους περισσότερους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, η χώρα τους παραμένει η μεγαλύτερη μονάδα αλληλεγγύης στην οποία νιώθουν ενστικτώδη πίστη», όπως ανακάλυψε ο Πούτιν, ο οποίος διαψεύστηκε οικτρά όσον αφορά την υποδοχή που θα επιφύλασσαν οι ρωσόφωνοι της Ουκρανίας στις ρωσικές δυνάμεις εισβολής.

Ο Φουκουγιάμα προειδοποιεί επίσης για μια υπερβολικά «φονταμενταλιστική» υπεράσπιση της προσωπικής αυτονομίας, επισημαίνοντας πως πρέπει να γίνονται αποδεκτές και διαφορετικές απόψεις: «Δεν πιστεύουν όλοι οι άνθρωποι ότι η μεγιστοποίηση της προσωπικής τους αυτονομίας είναι ο πιο σημαντικός στόχος στη ζωή ή ότι η καταστροφή οποιασδήποτε υπάρχουσας μορφής εξουσίας είναι απαραίτητα καλό πράγμα. Πολλοί άνθρωποι χαίρονται να περιορίζουν την ελευθερία επιλογής τους, αποδεχόμενοι θρησκευτικές και ηθικές δομές που τους συνδέουν με άλλους ανθρώπους ή ζώντας μέσα σε κληροδοτημένες πολιτιστικές παραδόσεις. Η πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών αποσκοπούσε στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και όχι στην προστασία των πολιτών από τη θρησκεία», εξηγεί.

Αλλά και οι συντηρητικοί εθνικιστές καλά θα έκαναν, σύμφωνα πάντα με το Φουκουγιάμα, να θέσουν στους ίδιους τους εαυτούς τους κάποια άβολα ερωτήματα: «Το ερώτημα για τους συντηρητικούς είναι αν υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος να γυρίσουν τον χρόνο πίσω και να επιβάλουν ξανά μια πιο στιβαρή ηθική τάξη. Μερικοί συντηρητικοί των ΗΠΑ ελπίζουν να επιστρέψουν σε μια φανταστική εποχή όπου σχεδόν όλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν χριστιανοί. Αλλά οι σύγχρονες κοινωνίες σήμερα είναι πολύ πιο ποικιλόμορφες θρησκευτικά από όσο ήταν την εποχή των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη τον δέκατο έκτο αιώνα. Η ιδέα της αποκατάστασης μιας κοινής ηθικής παράδοσης που ορίζεται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι αβάσιμη. Οι ηγέτες που ελπίζουν να επιτύχουν αυτό το είδος αποκατάστασης, όπως ο Ναρέντρα Μόντι, ο ινδουιστής εθνικιστής πρωθυπουργός της Ινδίας, ενθαρρύνουν την καταπίεση και την κοινοτική βία», γράφει ο Φουκουγιάμα.

Αντίθετα, οι υπερασπιστές του φιλελευθερισμού θα μπορούσαν να έχουν καλύτερη τύχη στην επιδίωξη μιας πιθανής συμφιλίωσης με τον εθνικισμό. Ο Φουκουγιάμα παραμένει πεπεισμένος ότι «οι στόχοι του φιλελευθερισμού είναι απολύτως συμβατοί με έναν κόσμο χωρισμένο σε κράτη-έθνη. Oλες οι κοινωνίες υποχρεούνται να ασκούν βία, τόσο για να διατηρήσουν την τάξη στο εσωτερικό όσο και για να προστατεύονται από εξωτερικούς εχθρούς. Μια φιλελεύθερη κοινωνία το κάνει αυτό, δημιουργώντας ένα ισχυρό κράτος, αλλά στη συνέχεια περιορίζει την εξουσία του μέσω του κράτους δικαίου». Επιπρόσθετα, «αν και η κανονιστική αξία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι καθολική, η εξουσία επιβολής τους δεν είναι: είναι μια διαδικασία που πρέπει απαραίτητα να εφαρμόζεται με εδαφικά οριοθετημένο τρόπο».

Η θέση του Φουκουγιάμα δεν διαφέρει τόσο πολύ από τη θέση ενός περίφημου αντιπάλου του εθνικισμού, του θρυλικού μαρξιστή και διεθνιστή ιστορικού Ερικ Χομπσμπάουμ. Εκείνος, παρότι απεχθανόταν τον εθνικισμό, πίστευε πως μπορεί, υπό συνθήκες να αξιοποιηθεί υπέρ της προόδου, πως κάποια πράγματα μπορούν να επιτευχθούν μέσω της κινητοποίησης των εθνικιστικών συναισθημάτων και για αυτόν τον λόγο δεν πρέπει η Δεξιά να έχει το μονοπώλιο της σημαίας.

Εάν, ωστόσο, το θάρρος των Ουκρανών φαίνεται να αποδεικνύει τη δυνατότητα συνδυασμού της αγάπης για την ελευθερία και της αγάπης για το έθνος, είναι επίσης αλήθεια, καταλήγει ο Φουκουγιάμα, ότι η έκβαση του πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης θα μπορούσε να αποδειχθεί αποφασιστική για τον καθορισμό του είδους εθνικισμού που θα σημαδέψει το μέλλον: «Εάν ο Πούτιν καταφέρει να υπονομεύσει την ουκρανική ανεξαρτησία και δημοκρατία, ο κόσμος θα επιστρέψει σε μια εποχή επιθετικού και μισαλλόδοξου εθνικισμού που θα θυμίζει τις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μείνουν απρόσβλητες από αυτή την τάση, καθώς λαϊκιστές όπως ο Τραμπ φιλοδοξούν να αναπαράγουν τους αυταρχικούς τρόπους του Πούτιν. Από την άλλη πλευρά, εάν ο Πούτιν οδηγήσει τη Ρωσία σε μια καταστροφική στρατιωτική και οικονομική αποτυχία, θα συνεχίσει να υπάρχει η ευκαιρία να διδαχθούμε εκ νέου από τον φιλελευθερισμό ότι η εξουσία που δεν περιορίζεται από το νόμο οδηγεί σε εθνική καταστροφή και να αναβιώσουμε τα ιδανικά ενός ελεύθερου και δημοκρατικού κόσμου».