Ο Βασίλης Μπισμπίκης ως Ζαν, στην παράσταση «Δεσποινίς Τζούλια» |
Επικαιρότητα

Βασίλης Μπισμπίκης: Ο Βελουχιώτης, ο «κακός» και ο Βαρόνος

Ο πολυάσχολος ηθοποιός μιλάει εδώ ως σκηνοθέτης για πίστη και για προδομένα όνειρα. Μέσα από τον προδομένο αρχηγό Αρη Βελουχιώτη...
Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

Αρκετά μιλήσαμε για κρίση. Ας μιλήσουμε λίγο για πίστη και προδομένα όνειρα. Και ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει κάτι να μας πει γι’ αυτό. Ναι, μιλάμε για τον γοητευτικό Κρητικό στην τηλεοπτική σειρά «Η λέξη που δεν λες» του Θοδωρή Παπαδουλάκη («Το νησί»). Όμως μιλάμε και για τον εκρηκτικό Καζιμίρ στο «Καζιμίρ και Καρολίνα» του Φον Χόρβατ στο Cartel, τον Βλαδίμηρο στο μπεκετικό «Περιμένοντας τον Γκοντό» στον ίδιο χώρο, τον τρίτο άνθρωπο στον «Χορό του θανάτου» κατά Στίντμπεργκ, δίπλα στο Δημήτρη Καταλειφό και την Φιλαρέτη Κομνηνού, τον Ζαν στη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Cartel, τον συνδημιουργό του «έκκεντρου» εναλλακτικού θεατρικού χώρου Cartel… Και αυτά μόνον τελευταία.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης, λοιπόν, από τη δική του πλευρά μιλάει, ως σκηνοθέτης, και για πίστη και για προδομένα όνειρα. Μέσα από τον προδομένο αρχηγό Αρη Βελουχιώτη, βασισμένο στο πόνημα της Σοφίας Αδαμίδου, με τον συνθέτη–μουσικό Τάσο Σωτηράκη στον επώνυμο ρόλο, όπως έχει διαμορφωθεί στον μονόλογο που σκηνοθετεί ο Βασίλης Μπισμπίκης στο Cartel. Η φυσική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με τον Άρη είναι εμφανής, όσο και η τάση του να ταυτιστεί τόσο με τον ήρωα που… να διακόπτει την παράσταση. Όπως μου εξήγησε ο σκηνοθέτης, δυστυχώς δεν έχουμε γραπτά από τον ίδιο τον Άρη, πέρα από τις επιστολές του προς το Κόμμα, αλλά κυρίως κείμενα για κείνον από άλλους.

Ο Τάσος Σωτηράκης ως Αρης Βελουχιώτης, στον μονόλογο που σκηνοθετεί ο Βασίλης Μπισμπίκης

Όχι πως δεν θα μιλάει φέτος θεατρικά, ως ηθοποιός, ακόμη και για… μορφίνη ο Βασίλης Μπισμπίκης. Με τον σκηνοθέτη του και συμπρωταγωνιστή του, στον τσεχωφικό ρόλο του Θείου Βάνια, που «θα ‘θελε να μπορούσε να διαγράψει το παρελθόν του». Ο Μπισμπίκης θα είναι ο «κακός» Αστρόφ (από 14 Νοεμβρίου στο Θέατρο Άνεσις). Σε μια παράσταση που θα φέρει και τους δύο –ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος τον είχε σκηνοθετήσει και ως Καζιμίρ- αλλά και τους Σοφία Πανάγου, Θεόδωρο Κανδηλιώτη, Δημήτρη Διακοσάββα, Δημήτρη Καπετανάκο, Μάνο Καζαμία στο οικογενειακό κτήμα του Βάνια, στην τσαρική Ρωσία.

«Με ερεθίζει αυτή η μονοτονία στη ζωή της επαρχίας που κάνει τους ανθρώπους να μην έχουν πλέον τη δύναμη να πράξουν», μου παρατηρεί για το ρόλο του αλλά και για τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ ο Βασίλης Μπισμπίκης. «Είναι μουδιασμένοι ψυχικά και σωματικά. Το ίδιο με ερεθίζουν και οι σχέσεις σε αυτή την κλειστή κοινωνία, στην οποία για να αλλάξει κάτι πρέπει να υπάρξει δράση». Όχι μόνον θετική, θα προσέθετα. Χώρια αυτό το κάτι του έργου, με «την πίστη και τα ιδανικά για ένα οικολογικό σύμπαν».

Στον «Θείο Βάνια», μαζί με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο

Είπαμε για την μορφίνη του Αστρόφ; Είπαμε. Δεν είπαμε όμως ότι ο Βασίλης Μπισμπίκης θα αναγκαστεί θεατρικά να οδηγήσει και σε αποπλάνηση. Την Σάλι Μπόουλς (την τραγουδίστρια Τάμτα, εν προκειμένω) και τον φίλο της. Ως ο «κακός» Βαρόνος στο «Καμπαρέ», που θα σκηνοθετήσει ο Σωτήρης Χατζάκης (ετοιμάζει πυρετωδώς και ένα ξαναδιαβασμένο από την αρχή «Ημερολόγιο ενός τρελού» του Γκόγκολ στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης). Με την σκηνοθετική πυξίδα στραμμένη στις θεατρικές και πολιτικές αρετές ή υπονοούμενα του διάσημου μιούζικαλ (που απαθανάτισε κινηματογραφικά, ως Σάλι Μπόουλς, η Λάιζα Μινέλι) και σε υπερπαραγωγή στο «Παλλάς», των φιλόδοξων «Θεατρικών Σκηνών» του Πάνου Κατσαρίδη.

Εδώ, εμβληματικός ήρωας θεωρείται και ο κομπέρ (στον κινηματογράφο ο εξαίρετος Τζόελ Γκρέι με εκείνο το θρυλικό «Willkommen, Bienvenue, Welcome»), τον οποίο έχει κληθεί να ενσαρκώσει ο Τάκης Ζαχαράτος. Η Εβελίνα Παπούλια και ο νέος ανερχόμενος Ευθύμης Ζησάκης συμπεριλαμβάνονται στο καστ των πρωταγωνιστών.

Πέρα από το θέατρο, ο Βασίλης Μπισμπίκης θα δώσει το στίγμα του και στη μεγάλη οθόνη, με την νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς»

Στο μεταξύ, το δυναμικό Cartel του Βασίλη Μπισμπίκη (επίτευγμα κοινό με τους Παναγιώτη Σούλη και Φαίη Τζήμα) θα μεταμορφωθεί σε… Αθήνα του ’50 για την πολυπαιγμένη και πάντα επίκαιρη – ηθικογραφικώς – «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, ένα «βίαιο παραμύθι ενηλικίωσης» όπως έχει χαρακτηριστεί, αξιοποιώντας την επιχορήγηση του υπουργείου Πολιτισμού. Και αυτό σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου, που έχει παραδώσει στο κοινό με την ομάδα του δύο θαυμαστά «θεατρικά πλάσματα», ήτοι θεατρικές μεταφορές των «Χαλασοχώρηδων» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και της «Μαζώχτρας» του Αργύρη Εφταλιώτη.

Είπαμε, κακός, βαρώνος και σκηνοθέτης προδομένων ονείρων. Αυτά στη θεατρική σκηνή. Ο Βασίλης Μπισμπίκης όμως θα δώσει το στίγμα του – διπλό – και στη μεγάλη οθόνη. Καταρχάς στην ταινία του πολύφερνου Γιάννη Οικονομίδη (το επιτυχημένο του και πολυσυζητημένο «Στέλλα κοιμήσου» εκτός από το Εθνικό θα παίξει, ως ανταλλαγή τέχνης, και στο ΚΘΒΕ) «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», που θα γυριστεί από τον Απρίλιο έως τα τέλη Ιουλίου στη Λαμία. «Μια μαύρη κωμωδία με πολύ αίμα και πολύ σκοτωμό», όπως μου λέει ο πρωταγωνιστής – μαζί με τους Βαγγέλη Μουρίκη, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννη Τσορτέκη, Γιώργο Γιαννόπουλο, Στάθη Σταμουλακάτο – της διεθνούς συμπαραγωγής.

Στην Πέμπτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη ο Μπισμπίκης θα κληθεί να υποδυθεί έναν «πρώην λαϊκό τραγουδιστή, σκυλά, αποσυρμένο σε ένα σκυλάδικο της επαρχίας», όπως μου το περιγράφει. Ερωτεύεται λοιπόν μια κοπέλα και έρχονται τα πάνω κάτω στην παράξενη ζωή του. Ο δε Οικονομίδης φαίνεται ότι τον σύστησε και στον νεόκοπο μικρομηκά Μαρίνο Σκλαβουνάκη. Στην ταινία μικρού μήκους του ο Βασίλης Μπισμπίκης παίζει το τελευταίο «Μεγάλο παιχνίδι». Και ενσαρκώνει έναν ψαρά αποσυρμένο από τα εγκόσμια και από το πάθος του, τον τζόγο. Όταν ένας φίλος του χάνει πολλά στο πόκερ, σπεύδει να τον σώσει επιστρέφοντας με ένα μεγάλο παιχνίδι, με αντίπαλο «έναν τύπο μπλεγμένο με μαφίες, καζίνο, τοκογλύφους». Στην δε τελευταία παρτίδα του τα παίρνει όλα…