Κυριακή 15 Μαρτίου 2020, 9 μ.μ.: οι Αθηναίοι στα μπαλκόνια για να ευχαριστήσουν τους γιατρούς και τους νοσηλευτές | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Απόψεις

Το εθνικό ραντεβού των 9

Αplauso sanitario, το λένε στα ισπανικά. Οι Ελληνες βγήκαν στην ψύχρα της άνοιξης για να πουν το δικό τους «ευχαριστώ» στο προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας που βγάζει ασπροπρόσωπη μια ολόκληρη κοινωνία – η οποία απεναντίας μετρά αναρίθμητα μέλη χωρίς ακτινοβολούσα κοινωνική συνείδηση
Ελευθερία Κόλλια

Θύμιζε λίγο Ανάσταση. Αναμμένα φώτα στα μπαλκόνια, παράδοξη εγρήγορση σε νεκρή ώρα. Κυριακή 15 Μαρτίου, ώρα 9.00 το βράδυ. Χειροκροτήματα και επευφημίες, στο όνομα γιατρών και νοσηλευτών, ανθρώπων της Υγείας, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, στη μάχη κατά του κορονοϊού.

Αplauso sanitario, το λένε στα ισπανικά. Οι Ελληνες βγήκαν στην ψύχρα της άνοιξης για να πουν το δικό τους «ευχαριστώ» στο προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας που βγάζει ασπροπρόσωπη μια ολόκληρη κοινωνία – η οποία σημειωτέον μετρά εκατοντάδες μέλη χωρίς ακτινοβολούσα κοινωνική συνείδηση. Πάτησαν στα χνάρια των Ισπανών, αφότου η χώρα της Ιβηρικής μπήκε σε καραντίνα, ακολούθησαν το μοτίβο των Ιταλών, που τόσο δοκιμάζονται και είπαν να ξορκίσουν τον φόβο και τον θάνατο με το τραγούδι.

Στις 9 παρά πέντε, ήταν ερημιά, τόση που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι κανείς δεν πρόκειται να ξεμυτίσει. Μπορεί να μην έχουν πάρει το μήνυμα. Πόσοι πια από αυτή γειτονιά μπαίνουν στα social media; Πολλοί από αυτούς που συναντώ καθημερινά δε σφύζουν από νιάτα.

Η συνεννόηση είχε γίνει διαδικτυακά, τον κόσμο είχε παροτρύνει η Μαρέβα Μητσοτάκη – «τους αξίζει ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!», είχε τουιτάρει η σύζυγος του Πρωθυπουργού, αναφερόμενη στην εμπροσθοφυλακή του πολέμου.

Εννέα νταν, ακούστηκαν τα πρώτα χειροκροτήματα. Πλήθαιναν καθώς περπατούσα τον δρομίσκο πίσω από τη Βασιλίσσης Σοφίας, φώτα κι ακόμη περισσότερα φώτα ενίσχυαν το αίσθημα γιορτής.

«Μπράβο!», «ευχαριστούμε!», έβρεχε φωνές και σφυρίγματα από παντού, η επιβράβευση ήταν παρατεταμένη, ήταν πια εννιά και πέντε, μα δεν έλεγαν να ξαναμπούν στα διαμερίσματά τους. Οι «Μένουμε Σπίτι» στα ντουζένια τους.

Δεν υπάρχει ηλικία που να μην εκπροσωπήθηκε σε αυτή την μπαλκονάτη επέλαση συναισθήματος. Δεν υπάρχει φύλο που να υπερίσχυε αριθμητικά – οι άντρες απλώς βαράνε παλαμάκια δυνατότερα. Εικάζω ότι δεν υπάρχει και ιδιοσυγκρασία που να μην κινητοποιήθηκε από το ιδιότυπο ραντεβού των 9.00 – σιωπηλοί, θορυβώδεις, κάποιος που μισοαπήγγειλε «…απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη».

«Εμένα γιατί με κατέβασες; Ολοι στα μπαλκόνια είναι», μάλωνε ηλικιωμένος στο κινητό εκείνη που τον είχε παροτρύνει να κατεβεί με την καρό ρόμπα του στο στενό της Αλυος.

Ο κοινός παρονομαστής, η λαίλαπα του ιού, είναι προφανώς ικανός να απευλευθερώσει δυνάμεις στη νιοστή. Η συνένωσή τους είναι προφανώς ικανή να φτιάξει την αλυσίδα της ίδιας της ζωής.

Στην καρδιά της Αθήνας, στα τετράγωνα όπου αθροίζονται καμιά δεκαριά νοσοκομεία, αυτό το ραντεβού των 9.00 είχε ιδιαίτερη αξία. Γιατί οι άνθρωποι που ζουν την καθημερινότητα της περιοχής πίσω από το Χίλτον, είναι συντονισμένοι με τον ανθρώπινο πόνο, με την αρρώστια και την ανημποριά. Φορεία και μάσκες οξυγόνου, καρότσια με υπέργηρους και φρεσκοχειρουργημένους, άγνωστα –μα και τόσο γνωστά– πρόσωπα κουρασμένα, κάποτε κλαμένα. Η γειτονιά αναμετριέται καθημερινά με το βαθύτερο νόημα της ζωής. Αν ο πόλεμος κατά του ιού είχε στρατηγείο, δεν αποκλείεται να ήταν κάπου εδώ.