Απόψεις

Τι άνθρωποι είναι αυτοί;

Τι είναι αυτοί που μακέλεψαν μία οικογένεια και πήραν, μαζί με τα λεφτά, τη ζωή μιας εικοσάχρονης μάνας; Το πρόβλημα με αυτό το ερώτημα είναι ότι σπάνια παίρνουμε την απάντηση που ψάχνουμε. Τους πιάνουν, τους βλέπουμε στις φωτογραφίες, συμφωνούμε ότι τα καθάρματα έχουν τη σκατόφατσα που τους αξίζει, ευχόμαστε να σαπίσουν σε ένα κελί και τους ξεχνάμε
Κώστας Γιαννακίδης

Μπροστά στο έγκλημα στα Γλυκά Νερά δεν στέκεσαι, απλώς, με φρίκη. Στέκεσαι με δέος. Σταματάει η σκέψη, δεν βγαίνει φωνή. Γιατί η αγριότητα της ανθρώπινης φύσης έχει κάτι το μοναδικό. Ξέρεις ότι δεν έχει όρια, αλλά πάντα σε συγκλονίζει, ακυρώνοντας την έννοια του αδιανόητου.

Τρεις άνδρες μπήκαν στην κατοικία όπου κοιμόταν το νεαρό ζευγάρι. Ηθελαν χρήματα που, προφανώς, γνώριζαν ότι υπήρχαν στο σπίτι. Επνιξαν μία εικοσάχρονη κοπέλα δίπλα στο μωρό της. Και κρέμασαν από το μπαλκόνι τον σκύλο της οικογένειας. Αν τους πιάσουν, μπορεί να επικαλεστούν ως ελαφρυντικό ότι επέτρεψαν στο μωρό να ζήσει αν και εκείνο τους ενοχλούσε, έκλαιγε όταν ξεψυχούσε η μάνα του.

Συνήθως το πρώτο ερώτημα που σου έρχεται στο νου μετά από ένα έγκλημα σαν και αυτό, είναι για τη φύση των ανθρώπων που το διέπραξαν. Ρωτάς τον εαυτό σου τι άνθρωποι είναι αυτοί. Και στη συνέχεια αναρωτιέσαι αν πρόκειται για αυτές τις τερατώδεις, τις σπάνιες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης ή αν είναι φυσαλίδες στο καζάνι μιας κοινωνίας που κοχλάζει. Και δεν είναι μόνο αυτοί. Είναι οι ψυχικά πάσχοντες που έμειναν χωρίς μέριμνα και σκοτώνουν τον άνθρωπό τους – παλαιότερα δεν είχαμε τόσα εγκλήματα. Είναι τα φονικά για ασήμαντη αφορμή, αλλά και οι επαγγελματικά εκτελεσμένες δολοφονίες. Είναι ένα ολόκληρο σύμπαν βίας και φρίκης που υπάρχει κάτω από τα πόδια μας, δίπλα μας, μέσα μας.

Από πού ξεκινάει όλη αυτή η βία; Μια προφανής απάντηση βρίσκεται στις αλλαγές που υφίσταται η κοινωνία. Γίνεται πιο σκληρή, πιο κυνική, όσο και αν, ταυτοχρόνως, αναδεικνύει έννοιες όπως η πολιτική ορθότητα και η ανεκτικότητα. Ομως τι είναι αυτό που αγριεύει τους ανθρώπους; Κάποτε, αν μάλωνες για μία στραβοτιμονιά, το πολύ να έτρωγες ή να έριχνες καμιά μούντζα. Σήμερα ο άλλος μπορεί να σου βγάλει μαχαίρι. Αλλά ίσως και εσύ να βγάλεις έναν εαυτό που δεν ήξερες ότι ζει μέσα σου.

Τι άνθρωποι, λοιπόν, είναι αυτοί που μακέλεψαν μία οικογένεια και πήραν, μαζί με τα λεφτά, τη ζωή μιας εικοσάχρονης μάνας; Το πρόβλημα με αυτό το ερώτημα είναι ότι σπάνια παίρνουμε την απάντηση που ψάχνουμε. Τους πιάνουν, τους βλέπουμε στις φωτογραφίες, συμφωνούμε ότι τα καθάρματα έχουν τη σκατόφατσα που τους αξίζει, ευχόμαστε να σαπίσουν σε ένα κελί και τους ξεχνάμε. Το μεταβολίζουμε πλέον τόσο εύκολα, σε βαθμό που είναι να απορείς. Θα θρηνήσουμε την κοπελιά, θα δούμε τις φωτογραφίες της και τα πρώτα βράδια θα ελέγχουμε αν είναι καλά κλειδωμένη η πόρτα και σφαλισμένα τα παράθυρα. Ομως σπάνια θα ξεκλειδώσουμε το μεγάλο μυστήριο.

Τι άνθρωποι είναι αυτοί;