| CreativeProtagon/Intimenews
Απόψεις

Ο Μητσοτάκης το κατάλαβε – η αντιπολίτευση;

Ο Πρωθυπουργός περνάει ξεκάθαρα στην κοινή γνώμη το μήνυμα ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κρίση, της οποίας το μέγεθος και τη διάρκεια δεν γνωρίζουμε ακόμη. Αυτό απαιτεί καλύτερη αίσθηση της πραγματικότητας και αλλαγή νοοτροπίας από πολλούς, τόσο μέσα στην κυβέρνησή του όσο και στις τάξεις της αντιπολίτευσης
Γιώργος Κουβαράς

Υπάρχουν δυο τρόποι για να συνειδητοποιήσει κανείς το νέο σκηνικό το οποίο διαμορφώνεται στη χώρα. Ο πρώτος είναι να δει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ή τους τίτλους των ειδήσεων. Ο δεύτερος να ανοίξει το λογαριασμό του ηλεκτρικού ή του φυσικού αερίου και να πάει μέχρι το σούπερ μάρκετ. Η συνειδητοποίηση είναι σκληρή και η προσαρμογή στη δύσκολη πραγματικότητα αναπόφευκτη για τους πολίτες. Τι συμβαίνει όμως με τα πολιτικά κόμματα;

Ας δούμε πρώτα τα νέα δεδομένα:

Η παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οδηγείται από το 2023 σε νέο κλοιό ύφεσης. Η επάρκεια στην ενέργεια και στα τρόφιμα αποτελεί τον εφιάλτη όλων των κυβερνήσεων που επεξεργάζονται εναλλακτικά σχέδια, εγκαταλείπουν στρατηγικές επιλογές που μέχρι χτες ήταν αυτονόητες και είτε στρέφονται σε άλλες αγορές (πχ στην Αργεντινή για σιτάρι, στην Ινδία και στη Μαλαισία για ζωοτροφές), είτε επανέρχονται σε μοντέλα που θεωρούνταν ξεπερασμένα με περιβαλλοντικά κριτήρια, προκειμένου να ενισχύσουν την ενεργειακή τους αυτονομία. Τα «Πολεμικά σενάρια για την Οικονομία» (πρωτοσέλιδος τίτλος της κυριακάτικης «Καθημερινής») κρίνουν αναπόφευκτα τις στρατηγικές επιλογές και, κατά πάσα πιθανότητα, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο και στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος.

Δυο είναι τα βασικά ενδεχόμενα σε περιόδους κρίσης. Είτε ενισχύονται τα «συστημικά» πολιτικά κόμματα, που έχουν ασκήσει εξουσία και κρίνονται για την επάρκεια τους στη διαχείριση κρίσεων (εν προκειμένω στην Ελλάδα μιλάμε για ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ – ΠΑΣΟΚ), είτε ενισχύονται οι λεγόμενες αντισυστημικές δυνάμεις, που συνήθως κινούνται στα δυο άκρα του πολιτικού συστήματος. Το τι από τα δυο θα συμβεί, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς, εξαρτάται από την ένταση και από τη χρονική διάρκεια της κρίσης, αλλά και από τη συμπεριφορά των ίδιων των πολιτικών δυνάμεων, η οποία κρίνει θα κρίνει τελικά την αντοχή τους.

Στην Ελλάδα σήμερα, μετά από μια μακρά περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων (Μνημόνια, πανδημία, ενεργειακή κρίση, ακρίβεια) αρχίζει να γίνεται αντιληπτό από όλους αυτό που πρώτος είχε επισημάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, δηλαδή ότι «η κρίση είναι η νέα κανονικότητα». Τα συστημικά πολιτικά κόμματα, ωστόσο, δείχνουν μια εντυπωσιακή δυσκολία προσαρμογής στο γεγονός αυτό, παρότι μάλιστα έχουν βιώσει τα προηγούμενα χρόνια δραματικές καταστάσεις μέσα από τη ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου. Και όμως, όσο κι αν το αρνούνται πεισματικά οι κομματικοί μηχανισμοί, ζούμε για άλλη μια φορά το τέλος των πολιτικών ψευδαισθήσεων.

Η κυβέρνηση

Η ΝΔ, ως κυβέρνηση, συνέδεσε την άνοδο της στην εξουσία με το όραμα της «επιστροφής στην κανονικότητα». Εκ των πραγμάτων, το όραμα αυτό δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε μπορεί να υλοποιηθεί μέχρι τις επόμενες εκλογές. Η ωραιοποίηση της πραγματικότητας και οι υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις -είτε αυτές αφορούν το τέλος της πανδημίας είτε την οικονομική απογείωση της χώρας- αποτέλεσαν για αρκετά μεγάλο διάστημα στρατηγική πολιτική και επικοινωνιακή επιλογή της κυβέρνησης. Αυτή η επιλογή συνδυαζόταν και με τη στρατηγική της αυτοδυναμίας, μέσα από δυο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, την πρώτη με απλή και τη δεύτερη με ενισχυμένη αναλογική.

Το κυβερνητικό αφήγημα προέβλεπε, σε γενικές γραμμές, ότι όλα θα πάνε προς το καλύτερο, ότι η χώρα ίσως καταφέρει να πάρει ακόμη και επενδυτική βαθμίδα πριν από τις εκλογές κι ότι η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ θα επισφραγιστεί με την κατάκτηση της αυτοδυναμίας στην κάλπη. Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης παίρνει την πρωτοβουλία και αναπροσαρμόζει την πολιτική, εκλογική του στρατηγική. Όχι γιατί ο στόχος της αυτοδυναμίας δεν είναι εφικτός. Τα γκάλοπ δείχνουν ότι η ΝΔ ίσως δυσκολευτεί να την κατακτήσει αλλά όχι ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει. Ο Μητσοτάκης όμως αποφασίζει να αλλάξει την πολιτική, εκλογική στρατηγική του για δυο λόγους:

Πρώτον, περνάει ξεκάθαρα στην κοινή γνώμη το μήνυμα ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κρίση της οποίας το μέγεθος και τη διάρκεια δεν γνωρίζουμε ακόμη. «Πρέπει να προετοιμαστούμε όλοι για μία περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας και αστάθειας», είπε απευθυνόμενος στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την πρόσφατη συνάντησης τους.

Δεύτερον, διευκρινίζει ότι η αυτοδυναμία δεν είναι αυτοσκοπός και ότι το μείζον διακύβευμα είναι να κυβερνηθεί η χώρα από σταθερή κυβέρνηση: «Στόχος είναι η σταθερότητα. Όχι επί τούτου η αυτοδυναμία… Ο λαός θα υποδείξει αν η χώρα θα κυβερνηθεί από ένα ή περισσότερα κόμματα» δήλωσε πρόσφατα στο συνέδριο του Οικονομικού Ταχυδρόμου.

Σε ποιο βαθμό η ΝΔ μπορεί να ακολουθήσει τη γρήγορη προσαρμογή Μητσοτάκη στη νέα πραγματικότητα μένει να αποδειχτεί. Προφανώς αυτή η προσαρμογή απαιτεί κάτι περισσότερο από υπουργούς και βουλευτές που έχουν το μυαλό τους στις επόμενες εκλογές. Η συγκυρία είναι εξαιρετικά δύσκολη και θα χρειαστούν υπεύθυνες και γενναίες αποφάσεις για να περάσει η κρίση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Κι αυτό απαιτεί καλύτερη αίσθηση της πραγματικότητας και αλλαγή νοοτροπίας από πολλούς και μέσα στην κυβέρνηση.

Η αντιπολίτευση

Στο χώρο της αντιπολίτευσης τα πράγματα είναι ακόμη πιο μπερδεμένα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας πλέον περάσει ο ίδιος από τη διακυβέρνηση του τόπου σε πολύ δύσκολες στιγμές, ανήκει εκ των πραγμάτων στις πολιτικές δυνάμεις που δεν μπορούν να υποδύονται ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει κρίση. Οι αυταπάτες του 2012-2015 έχουν κριθεί κι έχουν αναγνωριστεί έμπρακτα από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα με τη στροφή που έκανε μετά το περίφημο δημοψήφισμα. Εκείνη η προσαρμογή στην πραγματικότητα υπήρξε, άραγε, διδακτική; Τώρα ήρθε η ώρα να φανεί αυτό από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ στη νέα κρίση. Προφανώς, η υπευθυνότητα και η σύγκρουση με το λαϊκισμό είναι μια δύσκολη υπόθεση για όλους και ιδιαίτερα για ένα κόμμα που αναδύθηκε μέσα από την προηγούμενη κρίση, παίζοντας σκληρά το χαρτί του λαϊκισμού. Όμως για τον Αλέξη Τσίπρα προσωπικά αυτή η νέα κρίση είναι ένα μεγάλο στοίχημα: θα επιστρέψει στο 2014, κάνοντας τυφλή αντιπολίτευση με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας για να παραδεχτεί μετά ξανά τις «αυταπάτες» του ή θα ασκήσει υπεύθυνη αντιπολίτευση αποδεικνύοντας ότι η θητεία του στην πρωθυπουργία τον έχει αλλάξει; Το πρώτο είναι εύκολο και μάλλον αναμενόμενο, το δεύτερο δύσκολο αλλά ίσως καθοριστικό για το πολιτικό μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ΚΙΝΑΛ είναι φαινομενικά στην πιο εύκολη αλλά ουσιαστικά στην πιο δύσκολη θέση. Το σενάριο του «όλα καλά κι όλα ωραία», η ΝΔ αυτοδύναμη στις εκλογές και ο χρόνος δουλεύει υπέρ της ανανέωσης που επιδιώκει ο νέος αρχηγός μέσα από την «αυτόνομη πορεία», χωρίς τη φθορά της συμμετοχής στην εξουσία, είναι ήδη ξεπερασμένο από τις εξελίξεις. Το ΠΑΣΟΚ, με τον υπεύθυνο και καθοριστικό ρόλο που έχει ασκήσει τα τελευταία χρόνια στη διαχείριση της κρίσης των μνημονίων και με τα γκάλοπ να το δείχνουν τρίτο κόμμα με διψήφιο ποσοστό, δεν μπορεί να αποφύγει το δίλημμα της διακυβέρνησης της χώρας. Ήδη ο Μητσοτάκης πιέζει τον Ανδρουλάκη με τις τελευταίες του δηλώσεις. Περισσότερο όμως τον πιέζει η πραγματικότητα. Το ΚΙΝΑΛ – ΠΑΣΟΚ ανήκει στα συστημικά κόμματα που στην εποχή της κρίσης συγκρούστηκαν με το λαϊκισμό. Αυτή τη σύγκρουση την πλήρωσε εκλογικά και υπάρχουν αρκετοί που θα ήθελαν να την αποφύγουν σήμερα, προκειμένου να μην ανακόψει τη θετική του δημοσκοπική πορεία. Η κρίση όμως είναι αμείλικτη και η πραγματικότητα δεν προσαρμόζεται στις κομματικές ανάγκες αλλά αντίθετα τις καθορίζει. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι σε συνθήκες κρίσης η αυτόνομη πορεία μπορεί να φαντάζει σαν πολυτέλεια και το δίλημμα της διακυβέρνησης να είναι τόσο άμεσο που να μην επιτρέπει να κανείς αυτό που θέλεις. Και τότε είσαι αναγκασμένος να κάνεις αυτό που πρέπει και αυτό που μπορείς.