Απόψεις

Ο δικομματισμός «1+2» και η απειλή της πολιτικής αστάθειας

Τσίπρας και Ανδρουλάκης εμφανίζονται ουσιαστικά ως οι ανταγωνιστές για την πρωτοκαθεδρία σε έναν πολιτικό χώρο που φαίνεται να πιστεύουν και οι δύο ότι θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος του Μητσοτάκη. Κανένας από τους δύο, πάντως, δεν θα καθορίσει την στρατηγική του με προτεραιότητα να μην προκαλέσει πολιτική αστάθεια. Αυτή την… υποχρέωση την έχουν «εκχωρήσει» στον Μητσοτάκη
Γιώργος Κουβαράς

Οσοι διαβάζουν με προσοχή τις εκθέσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης και τις αναλύσεις για την Ελλάδα διαπιστώνουν το εξής παράδοξο: ενώ η εικόνα της χώρας έχει αναβαθμιστεί και οι προβλέψεις κάνουν λόγο για δυναμική ανάκαμψη της Οικονομίας, υπάρχει ένα αδύναμο σημείο, εξ αιτίας του οποίου οι οίκοι αξιολόγησης δεν μας αναβαθμίζουν, ώστε να πάρουμε την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα. Ποιο είναι αυτό; Η πολιτική αστάθεια που διαφαίνεται στον ορίζοντα ως μια ισχυρή πιθανότητα, επειδή οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική. Ετσι, ενώ έχουμε μια κυβέρνηση που προηγείται με μεγάλη διαφορά στις δημοσκοπήσεις, έναν πρωθυπουργό με θετική εικόνα στο εξωτερικό και πολιτικά κυρίαρχο στο εσωτερικό, οι αγορές δεν έχουν πειστεί μετά βεβαιότητος ότι θα έχουμε σταθερή κυβέρνηση μετά το 2023.

Ο κίνδυνος που «βλέπουν» οι αγορές μπορεί να αποδειχθεί υπαρκτός, αν στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο δεν δούμε καθαρά ορισμένα βασικά πράγματα:

Πρώτον, ο σχηματισμός αυτοδύναμων κυβερνήσεων προϋποθέτει κατά κανόνα ισχυρό δικομματικό σύστημα. Αν αυτό δεν υπάρχει, γιατί ο ένας πόλος εμφανίζεται αδύναμος, τότε είναι σχετικά εύκολο – και αναμενόμενο – να απελευθερωθούν δυνάμεις και από τον άλλο πόλο. Για αυτό, άλλωστε, τα μεγάλα κόμματα ακολουθούν προεκλογικά την τακτική της πόλωσης – για να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση. Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Τσίπρας με την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε: την πόλωση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ. Αλλά στην πόλωση χωράνε δυο, δεν χωράνε τρεις.

Τα γκάλοπ εδώ και δυο χρόνια καταγράφουν ένα νέο σκηνικό που δεν παραπέμπει στον κλασικό δικομματισμό. Είναι αυτό που εύστοχα ο Γιώργος Φλωρίδης έχει αποκαλέσει «δικομματισμός ενάμιση κόμματος» υπό την έννοια ότι ο δικομματισμός μας έχει ένα μεγάλο κόμμα και ένα μεσαίο. Εσχάτως πάμε σε μια νέα εκδοχή. Τον «δικομματισμό 1+2». Η δημοσκοπική εικόνα σήμερα δείχνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο κόμμα (ΝΔ), ένα μεσαίο (ΣΥΡΙΖΑ) κι ένα μικρομεσαίο που τείνει να γίνει μεσαίο (ΚΙΝΑΛ). Μέσα από αυτό το σκηνικό πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να προκύψει πολιτική αστάθεια στις προσεχείς εκλογές.

Με δεδομένο ότι οι πρώτες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική και δεν θα οδηγήσουν σε σχηματισμό κυβέρνησης, θα ακολουθήσουν αμέσως νέες εκλογές, με ενισχυμένη αναλογική, στις οποίες το πρώτο κόμμα χρειάζεται περίπου 38% για να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η ΝΔ δύσκολα θα φτάσει σε τέτοιο υψηλό εκλογικό ποσοστό, αν δεν έχει απέναντι της έναν ισχυρό και επομένως απειλητικό ΣΥΡΙΖΑ αλλά έναν ΣΥΡΙΖΑ του 20-25%, σαν αυτόν που εμφανίζουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις. Ενας πιο ισχυρός και απειλητικός ΣΥΡΙΖΑ θα την βοηθούσε να συσπειρώσει το σύνολο των παραταξιακών της δυνάμεων και να προσελκύσει ακόμη και κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, που εντάσσονται στο «αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο», όπως συνέβη το 2019. Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό κάθε άλλο παρά αυτονόητο μπορεί να θεωρηθεί.

Δεύτερον, το γεγονός ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής ευνοεί τη λεγόμενη «χαλαρή» ψήφο. Είναι κανόνας στην πολιτική επιστήμη ότι το εκλογικό σύστημα δεν καθορίζει μόνο την κατανομή των εδρών αλλά και την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Θα πρέπει επιπροσθέτως να ληφθεί υπόψη ότι οι προσεχείς εθνικές εκλογές θα είναι οι πρώτες μετά από μακρύ χρονικό διάστημα (από τον Ιούνιο του 2019) και επίσης οι πρώτες μετά την κρίση της πανδημίας, άρα θα προσφέρονται για την έκφραση δυσαρέσκειας από τους πολίτες. Οι ψηφοφόροι, γνωρίζοντας ότι με απλή αναλογική δεν πρόκειται να σχηματιστεί κυβέρνηση και ότι θα ακολουθήσουν αμέσως εκλογές με ενισχυμένη αναλογική, είναι πιθανό να επιλέξουν πιο εύκολα στην πρώτη κάλπη μικρότερα κόμματα. Ενα χαμηλό ποσοστό για το πρώτο κόμμα στις πρώτες εκλογές, όμως, μπορεί να δυσκολέψει πολύ την επίτευξη της αυτοδυναμίας στις δεύτερες.

Τρίτον, δεν υπάρχει πιο λανθασμένη ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας από αυτήν που εστιάζει διαρκώς στη διαφορά ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου. Μπορεί στο κυβερνητικό επιτελείο κάποιοι να ενθουσιάζονται κάθε φορά που ένα γκάλοπ δίνει ως τίτλο την «διψήφια διαφορά» αλλά στην ουσία αυτό είναι απολύτως αδιάφορο. Αν η ΝΔ παίρνει 31% και ο ΣΥΡΙΖΑ 21%, κάποιοι ενδεχομένως πανηγυρίζουν χωρίς λόγο. Πολύ απλά, γιατί με 31%, μπορεί να κοιτάζεις με τα κιάλια τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά κοιτάζεις ταυτόχρονα με τα κιάλια και την αυτοδυναμία, Αντίθετα, αν το ποσοστό της ΝΔ προσεγγίζει το 38% και ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει έστω και λίγο πάνω από το 31,5%, που πήρε στις τελευταίες εκλογές, τότε υπάρχουν βάσιμοι λόγοι αισιοδοξίας. Κι ας είναι μικρότερη η διαφορά, κι ας αποδειχτεί «εφτάψυχος» ο Τσίπρας…

Τέταρτον, ο υπερβολικά χαλαρός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η ΝΔ το ΚΙΝΑΛ αρχίζει να προβληματίζει. Ο Ανδρουλάκης δηλώνει ότι στοχεύει σε «σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση» και κλείνει την πόρτα σε κάθε πιθανότητα «συγκυβέρνησης με την Δεξιά», υποστηρίζοντας μάλιστα ότι, αν χρειαστεί κυβερνητικό εταίρο, ο Μητσοτάκης πρέπει να τον ψάξει στον Βελόπουλο. Γιατί άραγε ο νέος αρχηγός του ΚΙΝΑΛ αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει αν θα συγκυβερνήσει με την ΝΔ, η οποία έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση; Και γιατί ο Ανδρουλάκης δεν δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν θα συγκυβερνήσει με τον Τσίπρα, ο οποίος – σε αντίθεση με τον Μητσοτάκη – του έχει απευθύνει πρόσκληση συνεργασίας; Πώς, δηλαδή, αποκλείει τη συνεργασία με αυτόν που δεν του τη ζητάει αλλά δεν την αποκλείει με αυτόν που του τη ζητάει; Μήπως επειδή ο στόχος της «σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης» περνάει στην πραγματικότητα μέσα από τη συνεργασία με έναν «ανανεωμένο» ΣΥΡΙΖΑ; Το ερώτημα πρέπει να τεθεί καθαρά και να απαντηθεί πριν από τις εκλογές. Γιατί όταν ο Ανδρουλάκης ταυτίζεται με τον Τσίπρα θεωρώντας ως… φυσικό εταίρο του Μητσοτάκη τον Βελόπουλο, γιατί να μην πιστέψουμε ότι ταυτίζεται με τον Τσίπρα και σε πολλά άλλα, με στρατηγικό στόχο μια κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ – ΚΙΝΑΛ;

Ηδη, με την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε στη Βουλή, ο Τσίπρας κατάφερε να εγκλωβίσει τον Ανδρουλάκη στο «μέτωπο» που θέλει να συγκροτήσει με στόχο όχι μόνο την αντιπολίτευση αλλά και τη διακυβέρνηση της χώρας. Παρά τις ρητορικές διαφωνίες μεταξύ τους για την ανάγκη διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, Τσίπρας και Ανδρουλάκης εμφανίζονται ουσιαστικά ως οι ανταγωνιστές για την πρωτοκαθεδρία σε έναν πολιτικό χώρο που φαίνεται να πιστεύουν και οι δυο ότι θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος του Μητσοτάκη. Ο Τσίπρας βιάζεται να τα καταφέρουν στις επόμενες εκλογές, ο Ανδρουλάκης μπορεί να περιμένει και τις μεθεπόμενες. Ούτε ο ένας, πάντως, ούτε ο άλλος πρόκειται να καθορίσει την στρατηγική του θέτοντας ως βασική προτεραιότητα να μην προκαλέσει πολιτική αστάθεια. Αυτή την… υποχρέωση την έχουν «εκχωρήσει» στον Μητσοτάκη.