Απόψεις

Η αξιολόγηση ως άλλη ισοπέδωση;

Το πρόβλημα δεν είναι η κάμερα στις αίθουσες, αλλά ποιος βρίσκεται πίσω από αυτήν. Διότι το μάτι που θα καταγράφει το τι γίνεται μέσα στην τάξη θα είναι η συνισταμένη δύο από τους συντηρητικότερους και άκαμπτους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας: του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και της ελληνικής οικογένειας
Δημοσθένης Κούρτοβικ

Αγγίζει τη βεβαιότητα, για να το θέσω κομψά, η υποψία ότι δεν είναι ανιδιοτελή τα κίνητρα των συνδικαλιστών της ΟΛΜΕ που αντιδρούν στη βιντεοσκόπηση των μαθημάτων στις σχολικές αίθουσες. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουν ολωσδιόλου άδικο ή ότι η αντίδρασή τους δεν μπορεί να συμβάλει, έμμεσα, σε κάτι θετικό. Πολλές θετικές καινοτομίες στην ιστορία (και) των ελληνικών θεσμών έγιναν για «λάθος» λόγους, δηλαδή ως προϊόντα ιδιοτελών υπολογισμών, όπως για παράδειγμα το καθολικό δικαίωμα ψήφου (για τους άνδρες) το 1844, ελληνική πρωτιά στην Ευρώπη, για να μη φθάσουμε πίσω ως τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη.

Οι συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί δεν προτείνουν βέβαια κάτι καινοτόμο στη θέση αυτού που απορρίπτουν. Ο συνδικαλισμός έχει άλλωστε πάρει εδώ και πολύ καιρό διαζύγιο από την καινοτομία. Αλλά θα μπορούσε να προκύψει κάτι εποικοδομητικό από τη συζήτηση που άναψαν οι κινητοποιήσεις τους, αν η συζήτηση αυτή δεν μείνει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε ένα δογματικό «υπέρ» και ένα συντεχνιακό «κατά».

Οι συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί οργανώνουν την επιχειρηματολογία τους με άξονες μια αφυδατωμένη ρητορική περί προσωπικών δεδομένων και μια εικόνα της σχέσης διδασκόντων – διδασκομένων εξωραϊσμένη σαν ρεκλάμα εμπορικού προϊόντος. Θα μπορούσαν όμως να προβάλουν ένα πιο αληθινό και ουσιώδες επιχείρημα. Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά, δηλαδή λίγο πολύ «στημένα», όταν ξέρουν ότι τους παρακολουθεί το μάτι μιας κάμερας. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι μαθητές θα δείχνουν πιο «φρόνιμοι» και «επιμελείς», οι καθηγητές θα αναγκαστούν να είναι πιο δραστήριοι και καλύτερα προετοιμασμένοι για το μάθημα. Ε, και πού είναι το κακό σε αυτό, θα ρωτήσουν πολλοί.

Εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται πίσω από την κάμερα. Ποιος δηλαδή, και πώς, αξιολογεί τη «φρονιμάδα» και την επιμέλεια των παιδιών, την ποιότητα της διδασκαλίας των διδασκόντων.

Εδώ ακριβώς είναι που εγείρονται ερωτήματα. Γιατί το μάτι που θα καταγράφει το τι γίνεται μέσα στην τάξη θα είναι η συνισταμένη δύο από τους συντηρητικότερους, τους πιο άκαμπτους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας: του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, με το ένα και μοναδικό, κεντρικά αποφασισμένο διδακτικό σύγγραμμα και την έμμεση υπόθαλψη της παπαγαλίας, και της ελληνικής οικογένειας, για την οποία η δέουσα στάση των παιδιών της είναι να μαθαίνουν «νεράκι» το μάθημά τους χωρίς να ρωτούν πολλά, ώστε να φθάσουν γρήγορα και απρόσκοπτα στο πολυπόθητο «χαρτί». Για τους δύο αυτούς θεσμούς, καλή διδασκαλία είναι η συμβατική διδασκαλία, εχθρική από τη φύση της στην ανοιχτή προσέγγιση, την κριτική σκέψη και τον αντιρρητικό λόγο.

Δεν έχω καμία αμφιβολία, και ας με συγχωρήσουν οι συνδικαλιστές, ότι και για πολλούς διδάσκοντες, ίσως τους περισσότερους, αυτός ο τρόπος διδασκαλίας είναι ο πιο βολικός. Η εναντίωσή τους στη βιντεοσκόπηση (και, ουσιαστικά, στην αξιολόγηση) είναι ο φόβος πως έτσι ο τρόπος αυτός θα γίνει κάπως λιγότερο βολικός και πως θα φανούν οι ανεπάρκειες μιας όχι αμελητέας μερίδας τους ακόμη και σε μια τέτοια μέθοδο.

Υπάρχουν όμως και οι εμπνευσμένοι δάσκαλοι. Αυτοί που προσπαθούν να διεγείρουν το ενδιαφέρον των παιδιών με πρωτοβουλίες οι οποίες αφουγκράζονται τις ανησυχίες τους, και όχι μιλώντας από καθέδρας. Αυτοί που εμπλουτίζουν και διευρύνουν το γνωστικό αντικείμενο υποδεικνύοντας προεκτάσεις του που μπορεί να αγγίζουν αμεσότερα και να συγκινούν εντονότερα τις νεανικές ψυχές. Με άλλα λόγια, αυτοί που κάνουν το μάθημα ζωντανό και αγαπητό στους διδασκόμενους.

Για τους δασκάλους αυτούς, που σώζουν την τιμή του εκπαιδευτικού λειτουργήματος, η πίεση για προσαρμογή στην προτεινόμενη χρήση κάμερας δεν θα ασκείται προς τα πάνω αλλά προς τα κάτω. Και αν υποθέσουμε ότι αρκετοί ανάμεσά τους δεν θα αφήσουν να επηρεασθούν αλλά θα συνεχίσουν να δουλεύουν όπως πριν, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εκτιμηθούν οι τρόποι διδασκαλίας τους. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί, με ό, τι αυτό θα συνεπάγεται. Δεν εικοτολογώ. Έχω άμεσες εμπειρίες για το πώς κρίνονται τέτοιοι δάσκαλοι από τη γραφειοκρατία της ελληνικής δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και πώς πληρώνουν το ότι ξεχωρίζουν.

Κάμερα – ξεκάμερα, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πρέπει να γίνεται. Τελεία. Αλλά όχι και παύλα. Γιατί εξίσου απαραίτητο είναι να ξεκινήσει μια πλατιά, χωρίς προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και μικρονοϊκές σκοπιμότητες συζήτηση για το πώς θα αξιολογούνται οι αξιολογητές. Που σημαίνει, σε τελική ανάλυση: πώς εννοούμε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και τι θέλουμε από αυτό.