| CreativeProtagon
Απόψεις

Γιατί πιστεύουμε ότι όλες οι μαμάδες είναι καλές;

Μετά την υπόθεση της Πάτρας, ας αποκτήσουμε, εφόσον φαίνεται να το χρειαζόμαστε κι ένα καλύτερο σύστημα κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, πιο παρεμβατικό, που να κάνει εφικτό το αδιανόητο: τα παιδιά να μην μεγαλώνουν με μαμάδες που τα μισούν…
Αθηναΐς Νέγκα

Αν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα δεν είχαν έρθει στην επικαιρότητα δύο Μήδειες, μια στην Κυψέλη που όπως ομολόγησε έπαιζε βιντεοπαιχνίδια όσο ο σύντροφός της βασάνιζε και σκότωνε τον γιο της και η πιο πρόσφατη στην Πάτρα, μπορεί να μην είχαμε αναρωτηθεί ποτέ: Κανείς, στο περιβάλλον των παιδιών που μέχρι να πεθάνουν υπέφεραν, δεν είχε εγκαίρως αντιληφθεί πως αυτές οι μητέρες ήταν ακατάλληλες;

Οπως απεδείχθη και στις δυο περιπτώσεις, υπήρχαν υποψίες που όμως δεν πρόλαβαν το κακό. Ενώ διαθέτουμε εισαγγελείς ανηλίκων, έχουμε ένα σύστημα άκαμπτο και δεν υπάρχουν ολοφάνερα σύγχρονοι μηχανισμοί και εκπαίδευση στους δασκάλους και στους γιατρούς, ώστε τα παιδιά να απομακρύνονται πριν να είναι αργά. Ακούγεται άκαρδο αλλά ίσως ήρθε η ώρα να καταλάβουμε πως έχουμε ένα πρόβλημα που δεν παρατηρείται σε λαούς λιγότερο συναισθηματικούς κι όμως αποτελεσματικότερους στην παρέμβαση και στην προστασία: τρέφουμε υπερβολική εμπιστοσύνη στις μαμάδες, σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο το ίδιο συμβαίνει, λες και δεν έχουμε ακόμη αφομοιώσει τις διαστάσεις της κακοποίησης.

Χωρίς να συγκρίνουμε, υποθέτουμε πως η ελληνίδα μάνα είναι από τις πιο στοργικές του κόσμου κι ας ανέχεται στην πραγματικότητα, αρκετές σκληρότητες που συμβάλλουν στο να είναι τα Ελληνόπουλα από τα πιο δυστυχισμένα παιδιά στην Ευρώπη, όπως προσφάτως υποστήριξε σε συνέντευξη του, στην Καθημερινή, ο πρώτος επίσημος εκπρόσωπος της UNICEF στην Ελλάδα, ο Λουτσιάνο Καλεστίνι. Δεν πρόκειται για ανθελληνική άποψη αλλά για, δυστυχώς επαναλαμβανόμενη τα τελευταία χρόνια, αξιολόγηση, βασισμένη σε στοιχεία για την παχυσαρκία, την παιδική φτώχεια και την ψυχική υγεία, μεταξύ άλλων δεικτών.

Οι δηλώσεις του Καλεστίνι, πέρασαν όμως στα ψιλά, εν μέσω πανδημίας, πολέμου και ενεργειακής κρίσης. Είναι σε ένα βαθμό λογικό, αλλά ακόμη και αν δεν μας απασχολούσαν όλα αυτά, μάλλον δεν θα παραδεχόμασταν μια τόσο πικρή αλήθεια, ώστε να την αναδείξουμε. Δεν χρειάζεται εξάλλου εκπρόσωπος της UNICEF για να μας πει αυτά που διαχρονικά διαισθανόμαστε πως ισχύουν αλλά κρύβουμε κάτω από το χαλί.

Η ελληνίδα μάνα παράγει τον Eλληνα μαζί με όλες τις παθολογίες του, όμως ο τρόπος που σκεφτόμαστε για αυτήν, μας επιτρέπει συνήθως τρία πράγματα: να της ρίξουμε το φταίξιμο χωρίς να την καταλάβουμε, να την συγχωρέσουμε και στο τέλος, όπως συνήθως, να την υποτιμήσουμε.

Η μέση ελληνίδα μαμά είναι αυτό που μπορεί να είναι. Αντιλαμβάνεται πως είναι μόνη συνήθως μετά την γέννηση των παιδιών της, αν ο σύζυγος τελικά δεν την βοηθά αρκετά στο σπίτι ενώ μένει ολομόναχη και πολύ πιεσμένη αν έχει την ατυχία ενός κακού διαζυγίου.

Από την παραδοσιακή μάνα-θυσία του προηγούμενου αιώνα, χωρίς να το καταλάβουμε περάσαμε στην μάνα-ελικόπτερο, με την αστική νεύρωση της υπερβολικής ανάμειξης στις ζωές των παιδιών, ένα μοντέλο που μοιραζόμαστε περιέργως με κοινωνίες ασιατικές όπου οι μαμάδες έχουν εμμονή με την ακαδημαϊκή πρόοδο των παιδιών τους.

Πιστέψαμε πως η καλή μαμά είναι κάτι εύκολο να περιγράψεις: αυτή που ξέρει σε ποιο κεφάλαιο ιστορίας είναι ο Γιωργάκης που πάει Γ’ Δημοτικού, ξεχνώντας πως η μητρότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη.

Μέσω μιας αδιάκριτης εξέλιξης, ξεχάσαμε τις γυναίκες που γεννούσαν δέκα παιδιά, εργάζονταν στα χωράφια όλη μέρα και αποκτήσαμε ενοχές που εργαζόμαστε δεκάωρα. Ετσι πιθανώς να προέκυψαν και οι μαμάδες ρομπότ που διαρκώς προσφέρουν τα ίδια ακριβώς που φαίνεται να προσφέρουν και οι άλλες. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, βασίστηκε πάνω τους και πάλι λόγω της ένδειας δεν τις έβαλε ποτέ στη θέση τους, ίσως γιατί ελπίζει πως αυτές οι μαμάδες γράφουν πάντα τα παιδιά τους στα φροντιστήρια και έτσι δεν έχουν πολλές απαιτήσεις από το σχολείο.

Και η κοινωνία μας τείνει να εκτιμά την εμπλοκή στις ζωές των παιδιών ως μητρικό ενδιαφέρον κάτι που συμβαίνει γιατί σκεφτόμαστε επιφανειακά όσο έχουμε σοβαρότερα προβλήματα.

Δεν διαθέτουμε μάλλον το περιθώριο, να αμφισβητούμε τις μανάδες, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να τις αντικαταστήσουμε. Σε δύσκολους καιρούς όμως, όλο και περισσότερα παιδιά, πηγαίνουν κακοποιημένα στο σχολείο και δεν απαιτείται να είσαι ειδικός για να το αντιληφθείς.

Και οι εκπαιδευτικοί πλέον, βλέπουν συχνότερα καταστάσεις που όμως δεν έχουν εκπαιδευτεί να εκτιμούν με αυτοπεποίθηση, δεν σηκώνουν το τηλέφωνο να καταγγείλουν την μάνα, το ίδιο και οι γιατροί στα παιδιατρικά νοσοκομεία, όπως απέδειξαν οι πρόσφατες ακραίες περιπτώσεις που βρέθηκαν στην επικαιρότητα.

Μετά το σοκ, οφείλουμε να ωριμάσουμε. Να καταλάβουμε πως ο ρόλος της μάνας είναι κοινωνικός. Δεν υπάρχει μητρικό ένστικτο ικανό να παράγει αυτόματη αγάπη για τα παιδιά και ενώ, ευτυχώς, δεν αποτελούν μέσο όρο οι γονείς που είναι εγκληματίες, υπάρχουν πολλοί ακατάλληλοι, περισσότεροι που αισθάνονται πως δεν ελέγχονται, πως ο δάσκαλος και ο γιατρός δεν μπορεί να τους ελέγξει. Για αυτές τις περιπτώσεις πρέπει και ο περίγυρος τους να είναι πιο υποψιασμένος.

Ας αποκτήσουμε, εφόσον φαίνεται να το χρειαζόμαστε κι ένα καλύτερο σύστημα κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, πιο παρεμβατικό που να κάνει εφικτό το αδιανόητο: τα παιδιά να μην μεγαλώνουν με μαμάδες που τα μισούν…