Απόψεις

Φορώντας την ξεχασμένη γραβάτα με το σήμα της ειρήνης

Εκείνο το σήμα, βγαλμένο από τη δεκαετία του '60, έγινε ξανά επίκαιρο σε ένα μεγάλο μέρος της ηπείρου μας που είχε ξεχάσει τι θα πει πόλεμος και τα καταφύγια τα γνώρισε ως κλειστοφοβικά μουσεία. Τελικά δεν αρκεί να πηγαίνουμε στον αυτόματο πιλότο για να αποφύγουμε τα δραματικά σκαμπανεβάσματα της Ιστορίας
Παναγιώτης Κακολύρης

Πριν από αρκετά χρόνια, μου είχαν κάνει δώρο μια γραβάτα με το σήμα της ειρήνης. Μου άρεσε η ποπ αισθητική της, καθώς το σηματάκι απεικονιζόταν σαν έργο του Aντι Γουόρχολ, μια τάση που έχει επανέλθει κυρίαρχα πλέον, ειδικά την τελευταία περίοδο, από τις διαφημίσεις έως τα Instagram posts. Ωστόσο, την είχα στο βάθος της κρεμάστρας με τις γραβάτες μου, καθώς σπανίως τη φορούσα. Παρότι επί χρόνια έγραφα καθημερινά ειδήσεις για αιματηρούς πολέμους και συγκρούσεις, μου θύμιζε περισσότερο την ακροτελεύτια ευχή υποψηφίων στα καλλιστεία για παγκόσμια ειρήνη και ως εκ τούτου την είχα εγκαταλείψει στο σκοτάδι της ντουλάπας μου.

Μέχρι που ο πόλεμος έφτασε στα σύνορά μας. Διότι όσο υποστηρίζουμε ότι ο Εβρος είναι κοινό σύνορο για όλους τους Ευρωπαίους, τόσο και ο ποταμός Τίσα, στα σύνορα Ουκρανίας με Ρουμανία και Ουγγαρία, είναι αντίστοιχα σύνορο και για εμάς. Ή, τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουμε, ασχέτως αν κάποιοι επιμένουν να θεωρούν την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως μονομερή υποχρέωση τρίτων προς εμάς και όχι ως μια κοινή δέσμευση όλων των μελών της ΕΕ, δηλαδή και δική μας έναντι των άλλων.

Ανεξάρτητα, όμως, από το εάν κάποιοι προτιμούν να συμβαίνει το πρώτο και όχι το δεύτερο, αυτή είναι η πραγματικότητα: Ο πόλεμος έφτασε στα σύνορά μας, με χιλιάδες θύματα και εκατομμύρια εκτοπισμένους. Και εκείνο το σήμα, βγαλμένο από τη δεκαετία του ’60, έγινε ξανά επίκαιρο σε ένα μεγάλο μέρος της ηπείρου μας που είχε ξεχάσει τι θα πει πόλεμος και τα καταφύγια τα γνώρισε ως κλειστοφοβικά μουσεία, χώρους εκκεντρικών τουριστικών εμπειριών ή ωρίμανσης τυριού (ναι, υπάρχει ένας τέτοιος στην Ελβετία). 

Ο φόβος της επανάληψης του ιστορικού κύκλου «πόλεμος, πανδημία, οικονομική κρίση, ενεργειακή κρίση, πόλεμος», όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, βγήκε από τα σκοτάδια της λήθης στη φωτισμένη από τις ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις επιφάνεια της σκέψης μας. Και αυτό, σε μια περίοδο που εάν έχουμε βγάλει ένα συμπέρασμα, αυτό είναι ότι πλέον όλα είναι πιθανά. Και μόνο το γεγονός ότι έχει αρχίσει να συζητείται το εάν οδηγούμαστε σε μια ευρωπαϊκή επισιτιστική κρίση, σε μια από τις πιο ευημερούσες περιοχές του πλανήτη, είναι ενδεικτικό, καθώς κάτι τέτοιο θα έμοιαζε αδιανόητο, ακόμα και ως θέμα θεωρητικής συζήτησης, πριν από λίγα χρόνια. Οπως επίσης και η συζήτηση περί χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων, κάτι που εθεωρείτο ταμπού, το οποίο όμως κατέρρευσε, ευτυχώς όμως μόνον σε επίπεδο ρητορικής προς το παρόν. 

Το τέλος των ψευδαισθήσεων ότι η ειρήνη στην Ευρώπη είναι δεδομένη και αρκεί να πηγαίνουμε στον αυτόματο πιλότο για να αποφύγουμε τα δραματικά σκαμπανεβάσματα της Ιστορίας, αρχίζει πλέον να εμπεδώνεται. 

Και αν μέχρι τώρα λέγαμε ότι ο δρόμος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και οι προκλήσεις «πολυτελείας» που βίωναν οι κοινωνίες μας δεν ενθάρρυναν την ανάδειξη ηγετικών προσωπικοτήτων που θα τραβήξουν μπροστά την Ευρώπη, τώρα οι σειρήνες του πολέμου κάνουν ακόμα μεγαλύτερη την ανάγκη για γενναίες πρωτοβουλίες και πολιτικές που να στέκονται στο ύψος των κρίσιμων περιστάσεων.    

Η ουκρανική κρίση μας θυμίζει ότι ειρήνη δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται μια ενεργητική στάση για τη διασφάλισή της. Καλούμαστε να διαψεύσουμε τη ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ ότι «εκείνοι που μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο, σπανίως μπορούν να κάνουν καλή ειρήνη και εκείνοι που μπορούν να κάνουν καλή ειρήνη, δεν έχουν κερδίσει ποτέ έναν πόλεμο».

Στο μεσοδιάστημα, η ξεχασμένη γραβάτα μου απέκτησε – δυστυχώς – ξανά λόγο ύπαρξης. Ελπίζω, και εύχομαι, όχι για πολύ.