Γκράφιτι στο Τείχος του Βερολίνου. Οι ουμανιστικές ιδέες της Αριστεράς δεν πρέπει να απεμποληθούν, αλλά να βρουν στέγη στον νέο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας | Shutterstock
Απόψεις

Το χρέος της Κεντροαριστεράς

Ο χώρος της πρέπει να στεγάσει τις συνετές φωνές, τις συγκροτημένες προσωπικότητες με οπτική πλατιά ή και ανένταχτες που δρουν χωρίς να ακούγονται. Να αποτελέσει έτσι αντίβαρο στη δεξιά αλαζονεία που θα έρθει μετά τα πέτρινα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ
Κώστας Λογαράς

Τα πέτρινα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ-Καμένου διέλυσαν τις ψευδαισθήσεις που τρέφαμε πολλοί  για την αριστεροσύνη και την τάχαμου ιδεολογική της καθαρότητα. Η αγαστή σύμπλευση με τον ακροδεξιό Καμένο, ο αριβισμός και οι (αυτ)απάτες τους εξανέμισαν κάθε ιδεολογικό επίχρισμα ενώ η εντυπωσιακή άγνοια της Ιστορίας ως εργαλείου δράσης στο παρόν, πιστοποιεί την κατάρρευση της ψευτοαριστεράς στην πράξη, (αλλού κατέρρευσε με πάταγο, εδώ σαν επικίνδυνη φαρσοκωμωδία).

Κι αν κανείς πιστεύει ότι η οδυνηρή εμπειρία από το κυβερνητικό συνονθύλευμα θα αφήσει ανέγγιχτη την υπόλοιπη Αριστερά, αρνείται να δει την πραγματικότητα. Τα επιχειρήματά της και η ιδεολογία της έχουν υποστεί τεράστια πλήγματα και η μετατόπιση προς τη Δεξιά (και ακόμα πιο πέρα) είναι εμφανής – όχι μόνο με κριτήρια δημοσκοπικά.

Oμως, όσο κι αν είναι τραγικές οι επιπτώσεις της «πρώτης φοράς» στην πράξη, δεν πρέπει να απεμποληθούν οι ουμανιστικές ιδέες της Αριστεράς. Η προσωπική στάση τού Κύρκου και του Παπαγιαννάκη δεν ήταν ουτοπία, ήταν κοσμοθεωρία και πράξη ζωής που διαπνέονταν από αυτές τις διαχρονικές αξίες: του Κράτους Δικαίου, της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του ευρωπαϊκού ιδεώδους, του απόλυτου σεβασμού στους θεσμούς. Απ’ τις ίδιες αυτές αρχές διαπνέονται, απ’ αυτές εμφορούνται πολλοί σε όλο το φάσμα του δημοκρατικού τόξου, δεν είναι μονοπώλιο της Αριστεράς, και είναι ανάγκη να αποτελέσουν τη βάση –την  ισχυρή ιδεολογική βάση– για την ανασυγκρότηση της χώρας στη μετά ΣΥΡΙΖΑ εποχή.

Αλλιώς, η ανέλεγκτη μετατόπιση προς τη Δεξιά θα εκθρέψει, φοβάμαι, την αλαζονεία της και τον αυταρχισμό της. Ενας άλλος κύκλος ρεβανσισμού (τύπου 1915 -1917 και 1917-1920) μάς περιμένει ενδεχομένως. Η χώρα μετά την οδυνηρή δοκιμασία των δέκα χρόνων και τη (δια)ταραγμένη περίοδο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χρειάζεται κυβέρνηση ισορροπιών, όχι αντίποινων και διαιώνισης των αντιθέσεων.

Γι’  αυτό οι προσεχείς εκλογές της Κεντροαριστεράς είναι, νομίζω, καθοριστικής σημασίας και η συμμετοχή σ’ αυτές έχει τούτο το νόημα: την εξεύρεση  κοινών σημείων σύμπλευσης και γόνιμου διαλόγου των δυνάμεων που προσβλέπουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και την εξυγίανση – πραγματική εξυγίανση όμως –  των θεσμών.

Ο,τι κι αν προκύψει απ’ αυτές τις εκλογές, είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν προοπτικές συνεργασίας των υγιών πολιτικών δυνάμεων, που θα συμβάλουν στη συνεννόηση προς το συμφέρον της χώρας αλλά και στην αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας. (Δεν έχει σημασία που θεωρώ τον Καμίνη ικανότερο να υλοποιήσει αυτόν τον στόχο, ούτε έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η δική μου επιλογή, όμως αυτό νομίζω είναι το ζητούμενο).

Ο χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στεγάσει τις συνετές φωνές, τις συγκροτημένες προσωπικότητες με οπτική πλατιά ή και ανένταχτες που δρουν χωρίς να ακούγονται, πρόσωπα σοβαρά· υπάρχουν και στον ΣΥΡΙΖΑ  βέβαια άνθρωποι σοβαροί. Και συγχρόνως να αποτελέσει ένα ισχυρό αντίβαρο στην ενδεχόμενη αλαζονεία της Δεξιάς. Στηρίζοντας έτσι, έμμεσα, την ανανεωτική της πτέρυγα και συμβάλλοντας στην αποσκοράκιση του λαϊκιστικού υλικού της που την κρατάει καθηλωμένη – αυτή η πρόθεση διαφαίνεται, αν δεν κάνω λάθος, στη νέα ηγεσία της.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εκλείψει ο διαβρωτικός διαχωρισμός και ανιστόρητος του άσπρου-μαύρου, με τον οποίο έχει γαλουχηθεί η ελληνική κοινωνία και αδυνατεί να περπατήσει. Ευσεβείς πόθοι; Ίσως. Αλλά και ξεκάθαροι  στόχοι. Που προέρχονται από τη διαπίστωση ότι το πολιτικό δυναμικό της χώρας στην πλειονότητά του απέδειξε περίτρανα (ακόμα και στα χρόνια της κρίσης) ότι η κατάκτηση της εξουσίας προέχει κάθε άλλης ιδεολογίας. Με αποκορύφωμα την παρούσα συγκυβέρνηση.