Από αριστερά Γιάννης Ρίτσος, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις και Γιώργος Σεφέρης: να νοσταλγούμε τις διαμάχες για την «προοδευτική» και την «αστική» τέχνη | CreativeProtagon
Απόψεις

Αγαπάμε τον πολιτισμό; Μπορεί ναι, μπορεί όχι

Κοντεύουμε να νοσταλγήσουμε (θου Κύριε…) τις διαμάχες της δεκαετίας του 1960 για την «αστική» και την «προοδευτική» τέχνη. Σήμερα τα εγκαίνια μιας έκθεσης απασχολούν περισσότερο από τα εκθέματα, μια τελετή βράβευσης βιβλίων διεγείρει περισσότερο από τα βραβευόμενα βιβλία.
Δημοσθένης Κούρτοβικ

«Αγαπάτε τον πολιτισμό;». Μοιάζει με ερώτηση από αυτές που κάνουν σε τετράχρονα νήπια, του τύπου «Αγαπάς τη μαμά σου;», προεξοφλώντας (ή εκβιάζοντας) μια ορισμένη απάντηση. Αλλά επειδή η έρευνα της Public Issue απευθυνόταν σε μεγάλα παιδιά, για την ακρίβεια σε ενήλικους, μπορούμε και να διακρίνουμε εδώ επί το έργον το πνεύμα της έρευνας αγοράς, όπως όταν ευειδείς, γελαστές ένστολες νεαρές μάς ρωτούν στον δρόμο «Πίνετε γκότζι μπέρι;» ή κάτι τέτοιο. Από όποια πλευρά και αν τη δούμε, η ερώτηση είναι πιο αποκαλυπτική από τις απαντήσεις που δόθηκαν: φανερώνει ότι η κυρίαρχη σήμερα στην Ελλάδα αντίληψη για τον πολιτισμό είναι πως πρόκειται για κάτι έξω από εμάς, που μπορεί να το αγαπάμε, μπορεί και όχι.

Αυτή είναι η ουσία της πολιτισμικής κρίσης μας, που πολλοί έχουν εντοπίσει ως ρίζα της δημοσιονομικής κατάρρευσης και των συνακόλουθων κοινωνικών και πολιτικών ανατροπών, μόνο που το βλέμμα τους μένει εστιασμένο στη μια ή την άλλη επιμέρους πλευρά της. Μια διαδικασία που άρχισε να γίνεται αισθητή τη δεκαετία του 1990 κατέληξε στην ολοκληρωτική μετάθεση της συζήτησης από τα δημιουργήματα του πολιτισμού στους τρόπους προβολής τους. Ο πολιτισμός έπαψε να είναι ζήτημα αναμέτρησης αξιών και έγινε ζήτημα κατανάλωσης. Η κριτική των καλλιτεχνικών και των λογοτεχνικών έργων εντάχθηκε πρόθυμα στη λογική του μάρκετινγκ και η αποφυγή αντιπαραθέσεων έγινε ο πρώτος κανόνας ενός καινούργιου savoir vivre. Οι αντιπαραθέσεις υποκαταστάθηκαν από μια εθιμοτυπική, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο ιδιοτελή συναίνεση, πίσω από την οποία κρύβεται η αδιαφορία για το ίδιο το έργο τέχνης και η στροφή του ενδιαφέροντος στα κοσμικά events που το συνοδεύουν (και από τα οποία δεν εξαιρούνται, κατέχουν μάλιστα εξέχουσα θέση ανάμεσά τους οι απονομές ποικίλων βραβείων, γιατί η Ελλάδα πρωταγωνιστεί διεθνώς στη βιομηχανία βραβεύσεων). Η αξία ενός πολιτισμικού προϊόντος μετριέται πλέον με τη λάμψη των κοσμικών εκδηλώσεων που είναι η επικοινωνιακή συσκευασία του.

Κοντεύουμε να νοσταλγήσουμε (θου Κύριε…) τις διαμάχες της δεκαετίας του 1960 για την «αστική» και την «προοδευτική» τέχνη. Παρά τις ιδεολογικές αγκυλώσεις τους πιστοποιούσαν ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τον ρόλο του πολιτισμού και πάντως μέσα από αυτές δοκιμάζονταν καινούργιες ιδέες, πολιτισμικές αξίες και διεκδικήσεις. Σήμερα τα εγκαίνια μιας έκθεσης απασχολούν περισσότερο από τα εκθέματα, μια τελετή βράβευσης βιβλίων διεγείρει περισσότερο από τα βραβευόμενα βιβλία.

Η συνέπεια είναι κάτι απείρως χειρότερο από την επισκίαση της πολιτισμικής παραγωγής. Είναι ο μαρασμός της, αν δεν θέλουμε να την αξιολογούμε με ποσοτικούς μόνο όρους. Σε μια πειθήνια κριτική, που έχει αποδεχτεί ότι αρμόδιος να κρίνει είναι μόνον ο Θεός (δηλαδή οι χορηγοί, οι εκδότες, οι αιθουσάρχες, οι διευθυντές πολιτισμικών ενθέτων κ.λπ.), αντιστοιχεί μια εφησυχασμένη, ναρκισσιστική τέχνη, που σερβίρει αναμασήματα, κοινοτοπίες και ιδέες του συρμού με ολοένα πιο επιτηδευμένο ή εκκεντρικό περιτύλιγμα.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι ένα σημαντικό καλλιτεχνικό έργο δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε περιβάλλον ανθηρού κριτικού λόγου για να βλαστήσει. Αλλά χωρίς τέτοιο περιβάλλον θα μείνει ένα μοναχικό συμβάν. Η κριτική δεν είναι προξενήτρα της τέχνης, είναι μαία και τροφός της. Στην Ελλάδα η παραίτηση από τον κριτικό διάλογο προηγήθηκε της απονεύρωσης της τέχνης και είναι αδύνατο να μη τη δούμε ως μία τουλάχιστον από τις αιτίες αυτής.

Ελλείψει ουσιαστικής συζήτησης ο χώρος του βιβλίου, για παράδειγμα, εκχωρήθηκε αμαχητί στη βιομηχανικά τυποποιημένη λογοτεχνία, που έχει φτάσει να μονοπωλεί σχεδόν τη λίστα των ευπώλητων (πιο πρόσφατο δείγμα η έρευνα του «Βιβλιοδρόμιου» των «Νέων» πριν από μια εβδομάδα) και γύρω από την οποία στήνονται εξάλλου οι αστραφτερότερες, οι πιο πολυσύχναστες κοσμικές εκδηλώσεις του εκδοτικού τομέα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οκτώ χρόνια σοκαριστικής κατάστασης στην Ελλάδα δεν ενέπνευσαν πάνω από ένα ή δύο λογοτεχνικά βιβλία που να την επεξεργάζονται σε επίπεδο κάπως βαθύτερο του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Ολα τα υπόλοιπα που αγγίζουν αυτό το θέμα (και είναι πάμπολλα στο μεταξύ) αρκούνται στο να δίνουν μυθοπλαστικό σχήμα στο εξόφθαλμο και σε εύκολα, στερεότυπα ανθρωπιστικά ή πολιτικά κηρύγματα, για το οποίο και επαινούνται από μια μακάρια κριτική. Ο ύπνος της συνείδησης της «πνευματικής ελίτ» γεννάει τέρατα. Όχι μεσαιωνικού τύπου, όπως στην γκραβούρα του Γκόγια, αλλά μεταμοντέρνα τέρατα, φριχτότερα μέσα στο φανταχτερό κοστούμι τους και το ευχαριστημένο πρόσωπό τους.