Απόψεις

Τα εμβόλια και πώς ο λαϊκισμός μπορεί να σκοτώσει

Η «επιδημία» αβάσιμων ανησυχιών για τους εμβολιασμούς υπονομεύει τη Δημόσια Υγεία. Οι κυβερνήσεις πρέπει να προωθήσουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό. Και είναι μέγα λάθος η απόφαση αυτή να ανήκει στους γονείς
Δόμνα Μιχαηλίδου

Ο ανυπόστατος σκεπτικισμός που αναδύθηκε τα τελευταία χρόνια σχετικά με τα εμβόλια σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες είναι ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για συνολική πρόοδο στη δημόσια υγεία. Και αυτό διότι αποτελεί έναν από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους μολυσματικές ασθένειες που θα μπορούσαν να έχουν εξαλειφθεί υπάρχουν ακόμα.

Για παράδειγμα, η παγκόσμια μάχη κατά της πολιομυελίτιδας έλαβε τέλος απότομα στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν και στη Νιγηρία όπου η επιρροή φανατικών ισλαμιστών οδήγησε σε αυξανόμενη αντίσταση απέναντι στις εκστρατείες εμβολιασμού.

Αλλά και πολλές πλούσιες χώρες αντιμετώπισαν τα τελευταία χρόνια επιδημίες ιλαράς λόγω των αβάσιμων φόβων απέναντι στα εμβόλια, που ξεκίνησαν μετά τη δημοσίευση μίας ψευδούς ως προς τα αποτελέσματά της έρευνας στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «The Lancet» το 1998.

Τελευταία, ο σκεπτικισμός σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη Νότια Ευρώπη. Σύμφωνα με μία έρευνα του 2016 η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των δέκα πρώτων χωρών παγκοσμίως με τον χαμηλότερο βαθμό εμπιστοσύνης στην ασφάλεια των εμβολίων.

Οπως μάλιστα  παρατήρησε ο έλληνας υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός οι επαγγελματίες της υγείας βρίσκονται όλο και συχνότερα αντιμέτωποι με γονείς που φοβούνται να εμβολιάσουν τα παιδιά τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην Ιταλία όπου η υπουργός Υγείας Μπεατρίτσε Λορεντσίν προειδοποίησε πρόσφατα σχετικά με μία εκστρατεία «ψευδών ειδήσεων» που στηρίζεται από το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο με σκοπό να αποτρέψει τους γονείς από τον εμβολιασμό των παιδιών.

Ηδη το ποσοστό των δίχρονων στην Ιταλία που είναι εμβολιασμένα κατά της ιλαράς βρίσκεται κάτω του 80%, μακράν δηλαδή από το όριο του 95% που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Κατά συνέπεια δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η Ιταλία είχε φέτος τον Απρίλιο πέντε φορές περισσότερα περιστατικά ιλαράς σε σχέση με τον Απρίλιο του 2016.

Το περασμένο Μάιο Ιταλία και Ελλάδα αποφάσισαν να δράσουν κατά του φαινομένου με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Στην Ελλάδα και παρά το γεγονός ότι ο εμβολιασμός είναι υποχρεωτικός από το 1999 (εκτός από περιπτώσεις αποδεδειγμένης αδυναμίας), ο υπουργός Ανδρέας Ξανθός υποστήριξε τη δυνατότητα της επιλογής για τους γονείς που δεν θέλουν να εμβολιάσουν τα παιδιά τους.

Αντιθέτως, η κεντροαριστερή κυβέρνηση της Ιταλίας έκανε υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για όλα τα παιδιά κατά δώδεκα ασθενειών. Ετσι τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί δεν θα επιτρέπεται να πάνε στο σχολείο και οι γονείς τους θα κινδυνεύουν με πρόστιμο.

Oπως το έθεσε η Λορεντσίν, ο νόμος έχει στόχο να στείλει «ένα πολύ δυνατό μήνυμα στους πολίτες» για τη σημασία των εμβολιασμών.

Με λίγα λόγια, δύο αριστερής κατεύθυνσης κυβερνήσεις απάντησαν στο ίδιο δημόσιο ζήτημα υγείας με διαφορετικούς τρόπους.  Ενώ η Ελλάδα πέρασε από τον πατερναλισμό στο «laissez faire» η Ιταλία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης είναι ασφαλώς η πιο εντυπωσιακή από τις δύο δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπει προς τον ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό στα περισσότερα ζητήματα.

Στην Ιταλία, αντίθετα, η κυβέρνηση αποφάσισε να απαντήσει στο λαϊκιστικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων το οποίο έχει εντάξει τη ρητορική κατά των εμβολίων στην ευρύτερη εκστρατεία του κατά του κράτους, των συστημικών πολιτικών κομμάτων και των «ειδικών» – όλοι τους «ένοχοι» κατά το κόμμα του Γκρίλο για την οικονομική κρίση του 2008 και τις οικονομικές δυσχέρειες της Ευρωζώνης.

Αλλά αφήνοντας κατά μέρος την πολιτική υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κάνουν υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για τα παιδιά αντί να αφήνουν στους γονείς την απόφαση.

Διότι σε τελική ανάλυση το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύει τα πιο αδύναμα άτομα – στην περίπτωση αυτή τα μικρά παιδιά – από κάθε κίνδυνο που είναι δυνατόν να προβλεφθεί.

Το 1990 η Ελλάδα υπέγραψε τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού στην οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των παιδιών «στο μέγιστο δυνατό επίπεδο υγείας και σε υποδομές για τη θεραπεία ασθενειών και αποκατάστασης της υγείας».  Επιτρέποντας σε παραπληροφορημένους γονείς να αποφύγουν τα εμβόλια η Ελλάδα εκθέτει τα παιδιά στον κίνδυνο να ασθενήσουν από νοσήματα που θα ήταν δυνατόν να είχαν αποτραπεί και παραβιάζει ανοιχτά την υπόσχεσή της να διασφαλίσει ότι κανένα παιδί δεν θα στερηθεί το δικαίωμά του να έχει πρόσβαση σε παρόμοιες υπηρεσίες υγείας.

Επιπλέον οι κυβερνήσεις έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν το κοινό καλό μέσω της νομοθεσίας και η «ανοσία αγέλης» συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών των αγαθών. Με τον όρο αυτό οι ειδικοί περιγράφουν το υψηλό επίπεδο εμβολιασμού του πληθυσμού σε σημείο που να προλαμβάνει και να αποτρέπει τη διάδοση μίας νόσου. Το να πετύχει κανείς «ανοσία αγέλης»  είναι ένα από τα σημαντικότερα μέσα για να προστατέψει τα πιο ευάλωτα μέλη μιας ομάδας, τα οποία δεν μπορούν να εμβολιαστούν είτε λόγω ηλικίας ή για λόγους υγείας.

Επιπλέον ο εμβολιασμός είναι κρίσιμο εργαλείο στον αγώνα κατά μίας εκ των σημαντικότερων προκλήσεων του 21ου αιώνα στον τομέα της υγείας: την αντιμικροβιακή αντίσταση. Εμποδίζοντας την εμφάνιση ασθενειών τα εμβόλια ταυτοχρόνως εμποδίζουν την κατάχρηση αντιβιοτικών και κατά συνέπεια μειώνουν την ανάπτυξη του φαινομένου της φαρμακοαντίστασης.

Σε γενικές γραμμές είναι αποδεκτό ότι υψηλά ποσοστά εμβολιασμού μεταφράζονται σε υγιείς πληθυσμούς και ότι οι υγιείς πληθυσμοί συνεισφέρουν περισσότερο οικονομικά και κοινωνικά στη συλλογική ευημερία.

Κανένα ιατρικό ή τεχνικό ζήτημα δεν μας εμποδίζει να εξαλείψουμε αποτρέψιμες ασθένειες όπως η ιλαρά ή η πολιομυελίτιδα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η αντίδραση των πολιτών στον εμβολιασμό. Με το να επιτρέπει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε γονείς χωρίς επαρκή πληροφόρηση να λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες αφορούν την υγεία όχι μόνον των δικών τους παιδιών αλλά ολόκληρης της κοινότητας, το μόνο που κατορθώνει είναι να επιδεινώνει το πρόβλημα. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εκπαιδεύουν το κοινό και όχι να επιβεβαιώνουν με τη στάση τους ανυπόστατες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων.

Καμία χώρα δεν μπορεί να πετύχει ανοσία – και κατά συνέπεια την εξάλειψη αποτρέψιμων μολυσματικών νοσημάτων  – αν αφήνει στους γονείς τη δυνατότητα της επιλογής να εμβολιάσουν τα παιδιά τους ή όχι, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα.  Αλλά ούτε με το να επιβάλει κυρώσεις στους γονείς που δεν συμμορφώνονται, όπως συμβαίνει στην Ιταλία. Σε τελική ανάλυση, για να νικήσουμε τις μολυσματικές ασθένειες θα πρέπει αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στους ειδικούς και να οικοδομήσουμε εξαρχής την πίστη απέναντι στις Αρχές σε κοινωνίες που τα τελευταία χρόνια τις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο με καχυποψία.

© Project Syndicate, 2017 www.project-syndicate.org

__________________________________________

* Η Δόμνα Μιχαηλίδου εργάζεται στο Οικονομικό τμήμα του ΟΟΣΑ και διδάσκει στο Κέντρο Μελετών για την Ανάπτυξη του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ και στο τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του UCL. Για το άρθρο αυτό συνεργάστηκε με τον Τζόναθαν Κένεντι, λέκτορα για την Παγκόσμια Υγεία στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου.