Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης σε πίνακα (1886) του ζωγράφου και καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών, Σπύρου Προσαλέντη. Ο πίνακας βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Δεξιά ο «νεραϊδογέννητος» Ηλίας Μαυρομιχάλης σε πίνακα του Διονύσιου Τσόκου. Ο πίνακας βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. |
Απόψεις

Δύο ατρόμητοι πολεμιστές του 1821

Οι ήρωες της Επανάστασης δεν είναι μόνο αυτοί που βλέπουμε στα πορτρέτα που κρέμονται στις τάξεις των σχολείων. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν τους γνωρίζουμε καλά, αν και το οφείλουμε. Διαβάστε εδώ για την άγνωστη στους πολλούς δράση δύο Μαυρομιχάληδων, του Κυριακούλη, αδελφού του Πετρόμπεη και του Ηλία, πρωτότοκου γιου του άρχοντα της Μάνης
Αριστείδης Χατζής

Η Ελληνική Επανάσταση βρίθει από ήρωες. Δεν είναι μόνο αυτοί που βλέπουμε στα πορτρέτα που κρέμονται στις τάξεις των σχολείων. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν τους γνωρίζουμε καλά, αν και το οφείλουμε. Ήρθε η ώρα να τους μάθουμε.

Στις 4 Ιουλίου του 1822, σκοτώθηκε στη σημερινή Αμμουδιά της Πρέβεζας (που τότε την έλεγαν Σπλάντζα ή Σπιάτζα Φαναρίου) ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Δυστυχώς ο Κυριακούλης παραμένει μάλλον άγνωστος για τους περισσότερους Έλληνες. Ήταν όμως ένας από εκείνους τους γνήσιους πατριώτες για τους οποίους πρέπει να είμαστε περήφανοι. Είναι ο αγαπημένος μου ήρωας και θα σας εξηγήσω γιατί καθώς διηγούμαι την ιστορία του στο σημερινό άρθρο.

Ο Κυριακούλης ήταν μικρός αδελφός του Πετρόμπεη. Δεν ξέρουμε πότε γεννήθηκε αλλά γνωρίζουμε πού, στο Λιμένι της Μάνης. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο αδελφός του, τού είχε αναθέσει διοικητικά καθήκοντα στη Μάνη. Όσοι τον γνώριζαν τον παρομοίαζαν με λιοντάρι, με τα μακριά πυκνά μαλλιά του και τα τεράστια μουστάκια που τα έδενε πίσω από τον σβέρκο.

Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις: στην απελευθέρωση της Καλαμάτας, σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Ταΰγετο, στις πολιορκίες της Κορώνης και της Μεθώνης, στη μάχη στο Βαλτέτσι (όπου πρωταγωνίστησε), στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και αμέσως μετά σε πολλές επιχειρήσεις στην Ανατολική Στερεά (Μέγαρα, Βοιωτία, Αττική) και στην Εύβοια. Δεν συμπαθούσε καθόλου τον Κολοκοτρώνη, είχε προσωπική κόντρα μαζί του και κάποτε πιάστηκαν και στα χέρια.

Στις μάχες πολεμούσε πολύ συχνά κοντά στον 26χρονο ανιψιό του, τον πρωτότοκο γιο του Πετρόμπεη, τον Λιάκο (Ηλία) που τον έλεγαν και Μπεηζαντέ (δηλαδή γιο του ηγεμόνα, πριγκιπόπουλο). Θείος και ανιψιός ήταν στενά συνδεδεμένοι, αχώριστοι, πολεμούσαν σχεδόν πάντα μαζί. Ο Ηλίας ήταν ο διάδοχος του Πετρόμπεη και πολλοί θεωρούσαν ότι θα αναδειχθεί σε ηγετική στρατιωτική μορφή της Επανάστασης, παρά τη σεμνότητά του. Ήταν πολύ όμορφος, όπως σχεδόν όλοι οι Μαυρομιχάληδες: με μακριά ξανθά μαλλιά που τα γυάλιζε κάθε μέρα με ειδική αλοιφή που έφτιαχνε με μεδούλι και βότανα (μεδουλάρι). Τον ονόμαζαν «νεραϊδογέννητο» καθώς έμοιαζε τόσο με την πανέμορφη, στα νιάτα της, γιαγιά του. Ήταν όμως ατρόμητος και ικανός πολεμιστής. Ορμούσε στους Τούρκους με το φοβερό τσεκούρι του προκαλώντας τους τρόμο. Ο Κολοκοτρώνης, που δεν συμπαθούσε τον Κυριακούλη, θαύμαζε τον Ηλία για τη γενναιότητά του αλλά επίσης για το κοφτερό μυαλό και τη φρόνησή του. Ο Ηλίας ήταν αυτός, κυρίως, που έπεισε τον πατέρα του να μπει στην Επανάσταση – γιατί ο Πετρόμπεης είχε πολλές αμφιβολίες. Ο ενθουσιασμός του Ηλία, όμως, ήταν μεγάλος, δεν έβλεπε την ώρα να ξεσπάσει η Επανάσταση. Έτσι ήταν αυτός που απελευθέρωσε την Καλαμάτα επικεφαλής των Μανιατών.

Ο Ηλίας (όπως και ο Κυριακούλης) ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν σε κάθε μέρος της Ελλάδας. Έτσι πέρασαν στη Στερεά, στα τέλη του 1821. «Ανυπομονώ να επιτεθώ στους Τούρκους ξανά», έγραφε στον πατέρα του. Ο Ηλίας ήθελε πολύ να απελευθερώσει ο ίδιος την Ακρόπολη. Αλλά χρειάστηκε να μεταβεί στην Εύβοια για μια στρατιωτική επιχείρηση μαζί με τον θείο του και τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Και εκεί συνέβη το κακό, τον Ιανουάριο του 1822.

Σε μια άτυχη στιγμή, στα Στύρα της Εύβοιας, ο Ηλίας με επτά γενναίους συντρόφους του παγιδεύτηκε σε έναν ανεμόμυλο από τους Τούρκους, ενώ οι περισσότεροι Μανιάτες είχαν ήδη διαφύγει. Ο θείος του ο Κυριακούλης δεν θα τον άφηνε ποτέ μόνο γιατί είχε υποσχεθεί στον Πετρόμπεη να τον προσέχει σαν τα μάτια του. Αλλά ο Ηλίας τον είχε πείσει να αναλάβει μια αποστολή στα Κάψαλα, 2,5 χιλιόμετρα μακριά.

Όταν πλησίασαν οι Τούρκοι στον Κοκκινόμυλο όπου είχε κλειστεί ο Ηλίας, αυτός έδεσε τα μακριά μαλλιά του σε κότσο με ένα άσπρο μαντήλι για να μην τον ενοχλούν και ετοιμάστηκε να πεθάνει. Οι οκτώ Μανιάτες πολέμησαν σαν λιοντάρια για δύο ώρες αλλά τελείωσαν τα πυρομαχικά τους και άρχισαν να ρίχνουν πέτρες στους αντιπάλους τους. Οι Τούρκοι έκαναν το ίδιο και σιγά-σιγά με όπλα και πέτρες σκότωσαν όλους τους αποκλεισμένους Μανιάτες – ή έτσι νόμιζαν. Ένας Μανιάτης είχε κατορθώσει ήδη να διαφύγει. Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στον Μύλο βρήκαν επτά πτώματα. Ο Ηλίας όμως δεν είχε πεθάνει αλλά παρίστανε τον νεκρό, μισοθαμένος κάτω από τα χαλάσματα και τις κοτρόνες. Όταν πήγαν να τον σκυλέψουν και τον ξέθαψαν, πετάχτηκε ξαφνικά και με το σπαθί και το τσεκούρι όρμησε ελπίζοντας να σπάσει τον κλοιό και να διαφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Έπεσε νεκρός ενώ ο Τούρκος σημαιοφόρος τού έκοψε αμέσως το κεφάλι.

Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν και τα πτώματα των άλλων Μανιατών και τα κάρφωσαν πάνω σε πασάλους που έστησαν στα Στύρα. Κράτησαν για λάφυρα τα όπλα του Ηλία, τα κοσμήματά του, κυρίως τον ασημένιο σταυρό του, και τη μεταξωτή ζώνη του. Το κεφάλι του Ηλία το έστειλαν ως δώρο στον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Όχι μόνο γιατί ήταν ο γιος του Πετρόμπεη αλλά και γιατί ήταν τόσο εντυπωσιακά όμορφος.

Τις ημέρες που η Ελλάδα γιόρταζε το πρώτο Σύνταγμά της, τον Ιανουάριο του 1822, η οικογένεια Μαυρομιχάλη έχανε τον διάδοχο του Πετρόμπεη. Ο Κυριακούλης, συντετριμμένος από το θάνατο του αγαπημένου του ανιψιού, ζήτησε τη βοήθεια του Οδυσσέα Ανδρούτσου για να εκδικηθεί. Πέρασε όμως ένας μήνας χωρίς αποτέλεσμα, πριν αναγκαστεί να γυρίσει στη Μάνη άπραγος.

Νωρίτερα το νέο ανέλαβε να μεταφέρει στον Πετρόμπεη ο ίδιος ο Δημήτριος Υψηλάντης:

– Μπέη μου, εσύ είσαι Σπαρτιάτης. Οι πρόγονοί σου ήταν τόσο γενναίοι που χαίρονταν και ένιωθαν περήφανοι όταν μάθαιναν ότι τα παιδιά τους σκοτώθηκαν στη μάχη.

Ο Πετρόμπεης κατάλαβε αμέσως…

– Σκοτώθηκε ο Ηλίας μου;

Αλλά συνήλθε γρήγορα. Προσπαθώντας με δυσκολία να μην κλάψει, είπε σε αυτούς που ήρθαν να του συμπαρασταθούν:

Μη με λυπάστε. Ο γιος μου ήταν στρατιώτης. Έκανε το χρέος του προς την πατρίδα.

Γραφεί ο Ιωάννης Φιλήμων, ο γραμματέας του Υψηλάντη, για τον Ηλία: «Ωραιότης ελληνική και πλήρης, πρόσωπον ροδόχρουν, χαρακτήρ εύχαρις, ανάστημα μεσαίον και βήμα ανδρικόν· φρόνησις δε και καρδία γενναία, πατριωτισμός και φιλοτιμία απεριόριστος, χείρες αγναί και προαιρέσεις μεγαλοπραγμοσύνης, ιδού ο τοις πάσιν υπέρτατος Ηλίας, ο πρωταγωνιστής της γενικής μάχης του Βαλτετσίου και το θύμα μιας γωνίας της Εύβοιας».

Επιστρέφουμε στον Κυριακούλη. Όπως ξέρετε οι Μανιάτες (όπως και οι Σουλιώτες) δεν έκαναν βήμα αν δεν πληρώνονταν. Το τονίζει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του και προσθέτει: «Οι Μανιάται λησμονούν όλα δια τα γρόσια».

Ο Κυριακούλης όμως αυτό δεν το ανεχόταν. Όταν έβλεπε Μανιάτες να κάνουν μαύρο εμπόριο με Τούρκους στις πολιορκίες ή να προσπαθούν να κερδίσουν από τις εχθροπραξίες, τους πυροβολούσε, κυριολεκτικά, στο ψαχνό. Ο ίδιος πλήρωνε τα παλληκάρια του συχνά από την τσέπη του.

Οι Μανιάτες (όπως και οι Σπαρτιάτες) δεν εγκατέλειπαν ποτέ την Πελοπόννησο. Ο Κυριακούλης όμως ήταν έτοιμος να πάει όπου η πατρίδα τον χρειαζόταν. Έτσι όταν τον Μάιο του 1822 ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού, δηλαδή ουσιαστικά ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός), του ζήτησε να βοηθήσει τους Σουλιώτες, αυτός δέχτηκε πρόθυμα. Ήθελε να φέρει μαζί του τουλάχιστον 1.000 Μανιάτες αλλά αυτοί ζήτησαν πρώτα να πληρωθούν τους μισθούς τους. Η κυβέρνηση δεν είχε χρήματα να τους δώσει και έτσι ο Κυριακούλης μπόρεσε να φέρει μαζί του μόνο 150, όσους μπόρεσε να πληρώσει ή να υποσχεθεί πληρωμή, ο ίδιος.

Σας παρακαλώ να προσέξετε πολύ εδώ για να καταλάβετε γιατί ο Κυριακούλης είναι τόσο σημαντική προσωπικότητα. Ένας Μανιάτης αποφασίζει να πάει να πολεμήσει μακριά από τον τόπο του, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, στην Ήπειρο. Ενώ έχει μάθει να λειτουργεί ως μισθοφόρος και θα πάει να βοηθήσει άλλους μισθοφόρους, τους Σουλιώτες, όχι μόνο δεν ζητά αμοιβή αλλά πληρώνει ο ίδιος από την τσέπη του τα έξοδα και τους μισθούς των ανδρών του. Αποφασίζει μάλιστα να το κάνει όταν του το ζητά ο Πρόεδρος ενός εκλεγμένου δημοκρατικού συλλογικού οργάνου της νέας του πατρίδας. Ο Κυριακούλης κάνει κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε, μεγάλωσε και ανατράφηκε. Ο παραδοσιακός άνθρωπος μετατρέπεται σε νεωτερικό υποκείμενο. Ο Μανιάτης αισθάνεται τώρα κυρίως και πρώτα απ’ όλα Έλληνας. Ο μισθοφόρος γίνεται μέρος ενός εθνικού στρατού. Δεν θα θυσιαστεί για τη φάρα ή για να συνεχίσει μια βεντέτα, αλλά για μια νεωτερική ιδέα: την εθνική ανεξαρτησία. Ο Κυριακούλης συμπυκνώνει και συμβολίζει, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, αυτή τη ριζική μετάλλαξη που θα συμβεί στους Έλληνες το 1821. Γι’ αυτό είναι ο αγαπημένος μου ήρωας.

Επιστρέφουμε στη μοιραία αποστολή του στην Ήπειρο. Για να καταλάβετε πώς και γιατί βρέθηκε εκεί, θα πρέπει να σας εξηγήσω συνοπτικά το πλαίσιο.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος είχε στρατηγική συμμαχία με τους Σουλιώτες (ιδιαίτερα με τον Μάρκο Μπότσαρη) και είχε υποσχεθεί να τους βοηθήσει να κρατήσουν τα εδάφη τους που τα είχαν πάρει πίσω μετά από συμφωνία που έκαναν με τον Αλή Πασά τον Δεκέμβριο του 1820. Αλλά μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή κινδύνευαν και πάλι να τα χάσουν. Ο Μαυροκορδάτος υποσχέθηκε να τους βοηθήσει και αποφάσισε να εκστρατεύσει ο ίδιος (όταν αρνήθηκε ο Κολοκοτρώνης) με σκοπό να προστατεύσει το Σούλι και να καταλάβει την Άρτα. Όμως τον πρόδωσαν οι περισσότεροι από τους έλληνες καπεταναίους της περιοχής που εγκατέλειψαν τους 3.000 περίπου έλληνες και φιλέλληνες γενναίους εθελοντές στη μοίρα τους απέναντι σε 7.000 Τούρκους που διοικούσε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο ικανότατος δηλαδή Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς.

Πιστοί στον Μαυροκορδάτο έμειναν βέβαια ο Μάρκος Μπότσαρης, οι Επτανήσιοι και οι φιλέλληνες. Η ήττα στο Πέτα ήταν βαριά, φοβερή, χάθηκε το ένα τρίτο του τακτικού στρατού, το μισό των Επτανήσιων και τα δύο τρία των άτυχων φιλελλήνων. Από τους νεκρούς φιλέλληνες οι περισσότεροι (οι 7 στους 10!) ήταν Γερμανοί. Ένας από αυτούς, ο Wilhelm Teichmann από το Βερολίνο, πέθανε προσπαθώντας να προστατεύσει τη σημαία που κρατούσε. Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν όλους τους αιχμαλώτους που συνέλαβαν αφού τους υποχρέωσαν πρώτα να περπατήσουν μέχρι την Άρτα κρατώντας τα κομμένα κεφάλια των νεκρών συμπολεμιστών τους. Η ήττα οφείλεται σε πολλούς λόγους, όχι μόνο σε όσους εγκατέλειψαν τον Μαυροκορδάτο και στα λάθη του ίδιου.

Καθώς γίνονταν αυτά στο Πέτα, ο Κυριακούλης με 500 περίπου άνδρες (Μανιάτες και Στερεοελλαδίτες με επικεφαλής τον Γιάννη Ραζηκότσικα) έλαβε εντολή να ενισχύσει τους Σουλιώτες στην Κιάφα, όπου είχαν οχυρωθεί. Στα μέσα Ιουνίου, τέσσερα υδραίικα καράβια, με καπετάνιο τον Νικόλαο Βώκο, τους μετέφεραν στις ακτές της Ηπείρου και επιτέθηκαν στο λιμάνι του Μούρτου (στα σημερινά Σύβοτα) καίγοντας ολοσχερώς το χωριό και συλλαμβάνοντας 150 Τούρκους. Οι Άγγλοι διαμαρτυρήθηκαν για τις πολεμικές δραστηριότητες τόσο κοντά στην Κέρκυρα και απαίτησαν να σταματήσουν οι επιχειρήσεις αμέσως, έστειλαν μάλιστα και ένα πλοίο τους για να επιβλέψει την κατάσταση. Τότε ο Κυριακούλης αποφάσισε να μετακινηθεί 30 χιλιόμετρα νοτιότερα στην περιοχή της Σπλάντζας, στις εκβολές του Αχέροντα και να χρησιμοποιήσει ως ορμητήριο τη Μονή της Αγίας Ελένης. Η περιοχή είναι η σημερινή, μαγευτική, Αμμουδιά, απέναντι από τους Παξούς. Εκεί τον συνάντησαν τρία μικρά σώματα 170 Σουλιωτών που θα τους βοηθούσαν να δράσουν στην άγνωστη για τους Μανιάτες περιοχή και να φτάσουν τελικά στην Κιάφα που απείχε επτά ώρες με τα πόδια. Ανάμεσα στους Σουλιώτες ήταν και ο αδελφός της Βασιλικής του Αλή Πασά, ο Γιώργος Κίτσος (Πλεσιβιτσιώτης).

Την ίδια μέρα με τη μάχη στο Πέτα (στις 4 Ιουλίου του 1822) 4.500 Τούρκοι και Τσάμηδες επιτέθηκαν στους Μανιάτες και τους Σουλιώτες. Οι Τούρκοι έλπιζαν να τους αιφνιδιάσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Όταν, την προηγούμενη μέρα, οι Μανιάτες, που δεν είχαν ακόμα κατασκευάσει τα ταμπούρια τους, έμαθαν ότι πλησίαζαν οι Τούρκοι από τρεις διαφορετικές πλευρές θεώρησαν ότι απέτυχαν και κινδύνευαν και ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη θέση. Τα υδραίικα καράβια ήταν εκεί, θα μπορούσαν να επιβιβαστούν αμέσως και να μεταφερθούν αλλού. Ο Κυριακούλης όμως δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει και να ταπεινωθεί. Έδωσε εντολή στον Βώκο να μην δεχτεί κανέναν που θα υποχωρούσε. Ή θα νικούσαν ή θα πέθαιναν όλοι εκεί.

Μέσα στη νύχτα έβαλε τους άνδρες του να κτίσουν ένα λίθινο ταμπούρι μήκους 200 μέτρων με ένα μέτρο ύψος και έτσι ήταν πανέτοιμοι, αν και εξαντλημένοι, όταν επιτέθηκαν οι Τούρκοι το πρωί. Ίσως να είχαν κερδίσει τη μάχη αν δεν συνέβαινε κάτι φοβερό.

Οι Τούρκοι επιτέθηκαν πρώτα στους Σουλιώτες. Οι Μανιάτες παρακολουθούσαν από μακριά τις αψιμαχίες. Ο Κυριακούλης, όμως, δεν άντεχε να παραμένει θεατής. Από τη μια ανυπόμονος, από την άλλη για να βοηθήσει τους Σουλιώτες, πήρε 2-3 παλληκάρια μαζί του και βγήκε από τα οχυρώματα για να πολεμήσει σώμα με σώμα με τους Τούρκους. Τους επιτέθηκε με μεγάλη ορμή σκοτώνοντας έξι, όταν εντόπισε τον αρχηγό τους, τον Μουσταφάμπεη.

Οι δυο τους γνωρίζονταν πολύ καλά, είχαν συναντηθεί στο πεδίο της μάχης, έξω από την Τρίπολη. Οι Έλληνες είχαν πιάσει τότε αιχμάλωτο τον Μουσταφάμπεη αλλά τον άφησαν ελεύθερο αφού τον έβαλαν να ορκιστεί ότι δεν θα πολεμούσε ξανά εναντίον τους. Ο Κυριακούλης όταν τον είδε πάνω στο άλογό του να δίνει εντολές αγανάκτησε που ο Τούρκος πάτησε τον όρκο του και άρχισε να τον βρίζει. Ο Μουσταφάμπεης απάντησε ανάλογα και ο Κυριακούλης του υποσχέθηκε ότι ήρθε η ώρα του. Όρμησε οργισμένος καταπάνω του χωρίς να προσέχει.

Και τότε μια σφαίρα τον βρήκε στη μασχάλη. Από τον πόνο λιποθύμησε αλλά το χειρότερο ήταν ότι καθώς η σφαίρα σφηνώθηκε στο στήθος, του προκάλεσε εσωτερική αιμορραγία. Ξαφνικά οι άνδρες του τον είδαν να βγάζει ποτάμι το αίμα από το στόμα και να καταρρέει. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να τον αποτελειώσουν αλλά οι σύντροφοί του κατάφεραν να τον αρπάξουν και να το μεταφέρουν πίσω από το οχύρωμα. Δεν του έμενε πολύς χρόνος. Μοίρασε τα όπλα του στους συντρόφους του και ζήτησε από τον ιπποκόμο του να μεταφέρει την αιματοβαμμένη ζώνη του στην οικογένειά του στη Μάνη. Τους συμβούλεψε να φύγουν το βράδυ για να σωθούν και σύρθηκε με τη βοήθειά τους μέχρι το ταμπούρι για να βλέπει από εκεί τη μάχη μέχρι να πεθάνει. Αλλά και για να μην καταλάβουν οι Τούρκοι ότι οι Έλληνες έμειναν ακέφαλοι. Εκεί ξεψύχησε.

Οι σύντροφοί του (θυμίζω, Μανιάτες) συνέχισαν τη μάχη μέχρι να εξοντώσουν τον Μουσταφάμπεη. Ένας δεινός σκοπευτής τον πέτυχε τελικά και τον σκότωσε. Οι Τούρκοι τότε λιγοψύχησαν και υποχώρησαν. Η μάχη κράτησε συνολικά τρεις ώρες. Οι Τούρκοι έχασαν 43 και οι Έλληνες μόνο 3 πολεμιστές αλλά ανάμεσά τους και τον Κυριακούλη. Οι Μανιάτες είχαν πιάσει πέντε αιχμαλώτους που τους έριξαν από ένα γκρεμό για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους.

Το βράδυ επιβιβάστηκαν στα πλοία και επέστρεψαν στο Μεσολόγγι. Ο Κυριακούλης θάφτηκε στο σημείο εκείνο που σήμερα βρίσκεται το Ηρώο, στον ιερό Κήπο των Ηρώων. Η κηδεία του ήταν η κηδεία ενός μεγάλου ήρωα. Το Μεσολόγγι κήρυξε βαρύ πένθος και ονόμασε μια από τις επάλξεις στο τείχος του (ντάπιες) «Κανονιοστάσιο του Κυριακούλη».

Οι Επαναστάτες ποτέ δεν τον ξέχασαν. Όταν, δέκα χρόνια αργότερα, ο αδελφός του και ο ανιψιός του θα δολοφονήσουν τον Καποδίστρια, το ψήφισμα/ανάθεμα της Ε´ Εθνοσυνέλευσης κατά των Μαυρομιχαλαίων (8/2/1832) θα αφήσει «άμεμπτον την μνήμην των αγαθών και γενναίων πολιτών του μακαρίτου Κυριακούλη, Ηλία και λοιπών Μαυρομιχαλέων, όσοι απέθανον υπέρ πατρίδος». Και δεν ήταν λίγοι. Οι Μαυρομιχάληδες έδωσαν τον μεγαλύτερο φόρο αίματος στην Επανάσταση από όλες τις μεγάλες οικογένειες. Ο Thomas Gordon, o σκωτσέζος στρατιωτικός και φιλέλληνας που είχε πολεμήσει μαζί του στην Τριπολιτσά, γράφει στο βιβλίο του (History of the Greek Revolution, 1832) γι’ αυτόν: “Η Ελλάδα έχασε έναν από τους πιο ικανούς και ατρόμητους πολεμιστές της.”

Μετά από όλα αυτά οι Σουλιώτες συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να κρατήσουν το Σούλι. Αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν και έκαναν ανακωχή με τους Τούρκους με μεσολαβητή τον άγγλο πρόξενο στην Πρέβεζα, William Meyer. Επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και πέρασαν στα βρετανικά Επτάνησα όπου οι βρετανικές αρχές τους αντιμετώπισαν ως πρόσφυγες.

Η οικογένεια Μαυρομιχάλη θρηνούσε άλλον ένα νεκρό, ο Πετρόμπεης τον αγαπημένο του μικρό αδελφό, έξι μήνες μετά το θάνατο του γιου του. Σε ένα σπαρακτικό δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε την εποχή εκείνη, ο Πετρόμπεης ανακοινώνει τον θάνατο του Κυριακούλη στη σύζυγο του αγαπημένου του αδελφού:

Πετρόμπεης καθότανε ψηλά στο Πετροβούνι
κι εσφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα χρυσό μαντήλι
– Τι έχεις Μπέη και χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
– Σα με ρωτάς Κυριάκαινα και θέλεις για να μάθης
απόψε μου ‘ρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι
τον Κυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο
και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα


* Ο Αριστείδης Χατζής είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι μέλος της επιτροπής «Ελλάδα 2021» και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) όπου διευθύνει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του ΚΕΦίΜ με θέμα «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση». Το βιβλίο του για την Επανάσταση του 1821 θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ το 2021.