Απόψεις

Θυγατεροφύλακας

Δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο μπαμπάς της αλλά η φύση είχε τελείως ευνοήσει την πρώην μικρή κόρη του με ομορφιά σε βαθμό λιποθυμίας των τριγύρω. Και να οι δυο τους στην παραλία...
Στάθης Παχίδης

Μικρό χωριό είμαστε και από χρόνια τον ξέρω φατσικά. Ποτέ κουβέντα δεν αλλάξαμε αλλά τρακάραμε συχνά πυκνά. Θαμώνας στα μπαρ του κέντρου, περπατημένος, με ορατά τα σημάδια του διαζευγμένου, βετεράνος, κιμπάρης και με τον τρόπο του θαυμαστής του ωραίου. Αλλά και μέρα πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλο παλιότερα, συνοδεύοντας τα πιτσιρίκια μας σε παιδικές παραστάσεις και θεάματα.

Και ξαφνικά, μέσα στην ανοχή του καλοκαιριού και τη βουή της αμμουδιάς, τον παίρνει το μάτι μου πρώτη ξαπλώστρα πίστα. Γκριζομάλλης αλλά νεανίζων πενηνταβάλε, με το σκουλαρικάκι του και την πρέπουσα μπιροκοιλιά του, με το μαγιό-αντίσκηνο (μπας και κρυφτούν οι γυμνασμένοι πατσιακοί), καθιστός σε άρση μπιρών κάτω από την ομπρέλα και δίπλα –μα ακριβώς δίπλα– σε κρατήρα ηφαιστείου.

Διότι ένα ηφαίστειο υπήρχε πλάι του, στην ομοσκεπή ξαπλώστρα, που απίστευτη ενέργεια εξέπεμπε. Τα μικρά μεγαλώνουν και το χαριτωμένο κοριτσάκι, που αχνά θυμόμουν να κρατά ο βετεράνος απ’ το χέρι σε παιδικά θεάματα, είχε γίνει μια…ας μην περιγράψω καλύτερα δια τον φόβον των σεξιστομανών.

Δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο μπαμπάς της αλλά η φύση είχε τελείως ευνοήσει την πρώην μικρή κόρη του με ομορφιά σε βαθμό λιποθυμίας των τριγύρω. Ένα μοντέρνο, αποκαλυπτικότατο μαγιό ερχόταν να φανερώσει την περίσσεια εύνοια της φύσης σε κοινή θέα, έτσι που κάθε φορά που η χθεσινή μικρή και σημερινή εικοσάρα κούκλα αποφάσιζε ν’ αλλάξει – ανύποπτη κι αθώα -πλευρά μαυρίσματος, μια άμπωτις ανδρικών βλεμμάτων θαυμασμού σε έκταση πενήντα επί πενήντα τετραγωνικών ξεσηκωνόταν τριγύρω. Ποθοθύελλα κανονική. Κι όταν η μικρά έκανε να μπει στη θάλασσα, αυτοσχέδιο υδρόβιο τιμητικό άγημα νεαρών φιλόδοξων σχηματιζόταν πέριξ της σε χρόνο ρεκόρ.

Όχι, δε μ’ ενδιαφέρει να περιγράψω την αγορίστικη αφέλεια μπρος στη θέα της θεάς: τα περπατήματα α λα Άλντο Ματσιόνε πλάι στο κύμα, το πρόταγμα των τατού (από πού πήρες ταπετσαρία, αγόρι μου;), τα εις υγείαν μετά μοχίτου εξ αποστάσεως… Ούτε θα μιλήσω για τους μουσάτους οιονεί αρχαίους Πέρσες της διπλανής ξαπλώστρας( Ο μπαμπάς ο Δαρείος καλά; Η Παρύσατις βαστιέται; Ο θείος ο Μαρδόνιος μαδάει το μούσι σαν κι εσένα;).

Θέλω να σταθώ, να επικεντρωθώ μόνο στο… ζαχαροπλάστη μπαμπά. Αμίλητος, με διερευνητικό βλέμμα υπόγειου συναγερμού δεξιά κι αριστερά, ανάβει τσιγάρο το ένα πίσω από τ’ άλλο και σιγοπίνει τη μπίρα του. Μπααα, δε τον βλέπω να βουτά, θαρρείς κι αλλού είναι. Θα ‘θελα να ‘μαι στο μυαλό του, στη σκέψη του, στο αίσθημά του γιατί ξέρω πως ξέρει, γιατί καταλαβαίνει αυτός ο έμπειρος, ο βετεράνος, τι κραδασμούς, τι καμίνι σπέρνει γύρω τριγύρω το παιδί του.

Τι είναι αυτό που υπερισχύει τελικά μέσα του; Η μάλλον κατανοητή ανάγκη του πατρικού φίλτρου να νιώθει και να κρατά αλώβητη τη μικρή τουλάχιστον εμπρός του ή η αίσθηση πως αυτός πια μεγάλωσε και το παιχνίδι του πόθου έχει πάει σε άλλη γενιά, σε νεότερα βλέμματα; Τα γυαλιά ηλίου, που φορά δε με βοηθούν αλλά από τη γλώσσα του σώματός του μιαν ασήκωτη αμηχανία οσμίζομαι.

Ας μην έχουμε μιλήσει ποτέ, δε θα με παρεξηγήσει. Μόλις έρθει η σερβιτόρα, θα τον κεράσω μια μπίρα… Είναι βαρύ και δύσκολα διαχειρίσιμο «καθήκον», ιδιαίτερα για ένα βετεράνο, ο θυγατεροφύλακας.