Απόψεις

Ανδρας παλαιάς κοπής, ο σωστός

Ο Χρήστος Κυριαζής, με τα ερωτικά τραγούδια του, έκανε ένα μικρό σεμινάριο φλερτ. Χαλαρά και απενοχοποιημένα, περιέγραψε μέσα από τους στίχους του ένα υγιές πάρε-δώσε έρωτα και καψούρας, πόθου και πάθους, μπερδεμάτων, απιστίας και χωρισμού. Τραγούδησε με ειλικρίνεια τη φύση του άνδρα
Λίλα Σταμπούλογλου

Πολλά ήταν ο Χρήστος Κυριαζής. Και τώρα που δεν είναι πια εδώ, τα βρίσκουμε ένα-ένα και τα λέμε. Πώς γίνονται ξαφνικά οι άνθρωποι ορατοί όταν πεθαίνουν, πώς βλέπουμε τόσο καθαρά τον χάρτη της προσωπικότητας και της πορείας τους; Μυστήριο οι μηχανισμοί του μυαλού μας, ξεκλειδώνουν password με αφορμή έναν θάνατο, διακρίνουν τον άλλο μέσα από το φευγιό του.

Γειωμένος αλλά και ονειροπόλος ταυτόχρονα, ιππότης και αλήτης. Λαϊκός και ροκάς. Πολυσύνθετος. Στυλωμένος στη δική του βάση αρχής και σκέψης. Οπωσδήποτε αυθεντικός.

Πάντα μου έκανε εντύπωση που άφησε τη μουσική καριέρα για να γυρίσει στην αρχική δουλειά του, τα έπιπλα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, βέβαια, το τραγούδι δεν το άφησε ποτέ. Το είχε στο συρτάρι και το έβγαζε όποτε το ένιωθε: «Τα τραγούδια βγαίνουν μέσα από δυσκολίες. Οταν έχεις χαρά, δεν γράφεις, αλλά ζεις. Οι εικόνες έρχονται όταν είσαι μόνος σου, βάζεις κάτι να πιεις και σκέφτεσαι», έλεγε. Αυτό έκανε.

Τη μουσική καριέρα παράτησε, και ήταν το νέο των ημερών, στα μακρινά 90s. Το συζητούσαν στα πάνελ της εποχής, αναρωτιόνταν γιατί, αφού δισκογραφικά έσκιζε. Οντως, έσκιζε. Είχε γράψει το «Βράδυ Σαββάτου», το οποίο, αν και είχε κυκλοφορήσει αρχικά ο ίδιος, ακούστηκε και διαδόθηκε με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ενα τραγούδι που όλοι τραγουδήσαμε επάνω στα ερωτικά σεκλέτια μας, τις στιγμές που η απουσία του αντικειμένου του πόθου σήκωνε μέσα σου τσουνάμι επιθυμίας. Μετά έγινε πανζουρλισμός με το «Ελα, μωράκι μου» και ακόμα πιο μεγάλος πανζουρλισμός με το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» και τα «Τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια» και το «Εχω κλάψει».

Τον ακούσαμε να τραγουδά, με τη λιγάκι φάλτσα φωνή του: «Ελα μωράκι μου, το στρώμα είναι καπιτονέ, έλα μωράκι μου, γιατί αργείς να πεις το ναι, έλα μωράκι μου, το θέμα πάρ’ το σοβαρά, έλα μωράκι μου, τα άλλα θα σ’ τα πω μετά…». Δεν νομίζω να έχει οπτικοποιηθεί πιο εύστοχα με στίχους το ερωτικό κάλεσμα του αρσενικού. Το στενό μαρκάρισμα εκείνων των πρώτων συναντήσεων, όπου ο πόθος του αρχίζει να ξεχειλίζει. Αυτό το τραγούδι του Κυριαζή είναι το πιο χαριτωμένο «θέλω να σε ρίξω στο κρεβάτι» που έχω ακούσει ποτέ. Πηγαίο, αληθινό και με την αίσθηση των ορίων του σεβασμού προς την παρτενέρ, ξεκάθαρα αποτυπωμένη επάνω του.

Ο τραγουδοποιός αυτός, με τα ερωτικά τραγούδια του, έκανε ένα μικρό σεμινάριο φλερτ. Χωρίς δηθενιές και σοβαροφάνεια, χαλαρά και απενοχοποιημένα, περιέγραψε μέσα από τους στίχους του ένα υγιές πάρε-δώσε έρωτα και καψούρας, πόθου και πάθους, μπερδεμάτων, απιστίας και χωρισμού. Τραγούδησε με ειλικρίνεια τη φύση του άνδρα, τα ένστικτά του και τα βιώματα που τα καθορίζουν. Τον σκάναρε. Το «μου θυμίζεις τη μάνα μου, γι’ αυτό σε αγαπάω» είναι ένας τόμος ψυχολογικής ανάλυσης του έλληνα άνδρα, σ’ ένα στίχο. Και με πόσο αυτοσαρκασμό, έτσι; Υποδόριο αυτοσαρκασμό, που βγαίνει μέσα από την αλήθεια της προσωπικής κατάστασης, την οποία ο καλλιτέχνης απλώνει τόσο άφιλτρα μπροστά σου.

Λέμε πολλές φορές για άνδρες παλαιάς κοπής. Απορρίπτουμε το είδος τους, όταν διαιωνίζει το πρότυπο μιας τοξικής αρρενωπότητας, και καλά κάνουμε. Αυτού του είδους η παλαιά κοπή, ας αφανιστεί από προσώπου Γης. Να μείνει μόνο η άλλη όψη του νομίσματος, το άλλο είδος της, εκείνο που εκπροσωπούν άνδρες σαν τον Χρήστο Κυριαζή. Αυτός, μάλιστα, ήταν άνδρας παλαιάς κοπής. Ο άνδρας ο σωστός, ο κύριος.

ΥΓ. Το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» είναι, νομίζω, και το πιο ερωτικό γράμμα που έχει γραφτεί από γιο σε μάνα. Είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα περασμένο σε τραγούδι.